Ομιλία του Δημήτρη Καζάκη στο Cass Business School

Αγαπητές φίλες και φίλοι,

Ευθύς εξαρχής θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι η κρίση που βιώνει η Ελλάδα, και η οποία την έχει οδηγήσει στην 5η επίσημη χρεοκοπία της ιστορίας της, δεν οφείλεται σ’ ένα σπάταλο κράτος, ούτε είναι ένα απλό δημοσιονομικό πρόβλημα που μπορεί να λυθεί με μέτρα προσαρμογής και δραστικές περικοπές δαπανών. Η Ελλάδα χρεοκόπησε από το δημόσιο χρέος της, αφού πρώτα χρεοκόπησε σαν οικονομία που εδώ και δεκαετίες της επιβάλλεται το γνωστό μοντέλο μιας εξωστρεφούς ανάπτυξης σύμφωνα με τα κερδοσκοπικά βίτσια των διεθνών αγορών κεφαλαίου.

Όσο τις προηγούμενες δεκαετίες στην Ελλάδα επικρατούσε το γνωστό παγκόσμιο δόγμα των ανοιχτών συνόρων και αγορών, αλλά και της απορρύθμισης των πάντων, τόσο πιο παρασιτική γινόταν η οικονομία της με έμφαση σε έναν τριτογενή τομέα συμπληρωματικών και φθηνών υπηρεσιών, τόσο περισσότερο μετατρεπόταν σε έρμαιο των διακυμάνσεων στις διεθνείς αγορές, τόσο περισσότερο έχανε σε παραγωγικότητα και παραγωγή προς όφελος της όλης και μεγαλύτερης εξάρτησής της από το εξωτερικό. Το αποτέλεσμα ήταν αναμενόμενο. Στην Ελλάδα στήθηκε μια οικονομία που είχε σαν βασικό κριτήριο να εξυπηρετεί τις πιο άνομες και ασυνήθιστες ορέξεις για υψηλή κερδοφορία τόσο από το εσωτερικό, όσο και από το εξωτερικό.

Είναι χαρακτηριστικό ότι στην Ελλάδα το ποσοστό του ιδιωτικού κέρδους επί της προστιθέμενης αξίας της εγχώριας οικονομίας τα προηγούμενα χρόνια της κρίσης έφτασε στο 59% το 2009. Ποσοστό ρεκόρ σ’ ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση καθώς είναι σχεδόν το διπλάσιο από τον μέσο όρο των χωρών μελών της. Για δεκαετίες οι κυβερνήσεις της χώρας και οι προστάτες τους από το εξωτερικό (βλέπε ΟΟΣΑ, ΔΝΤ και Ευρώπη) έκαναν τα αδύνατα, δυνατά για να μετατραπεί σε κυρίαρχο συγκριτικό πλεονέκτημα της ελληνικής οικονομίας η δυνατότητα μεγιστοποίησης του ιδιωτικού κέρδους πέρα από κάθε λογικό και θεμιτό όριο που θέτει εξ αντικειμένου η δυναμικότητα της εγχώριας παραγωγής και της παραγωγικότητας της εργασίας.

Κι έτσι «βούλιαζε» η παραγωγή και η παραγωγικότητα στην Ελλάδα, προκειμένου να διογκωθεί ο παρασιτισμός σ’ όλους τους τομείς και η αγυρτεία με την έκδοση και την εμπορία πιστωτικών προϊόντων, μετοχών και ομολόγων χρέους. Είναι χαρακτηριστικό ότι ενώ το 1992 σε κάθε 100 δολάρια ξένων ιδιωτικών κεφαλαίων που εισέρρεαν ετήσια στην ελληνική οικονομία, τα 59 δολάρια αφορούσαν σε επιχειρηματικές επενδύσεις, τα 31 πήγαιναν για αγορά ακινήτων και μόλις τα 10 στην αγορά χρήματος και τίτλων (μετοχές, ομόλογα, κλπ.). Το 1995, τα 33 δολάρια ήταν επιχειρηματικές επενδύσεις, τα 7 πήγαιναν στην αγορά ακινήτων και τα 60 στην αγορά χρήματος και τίτλων. Λίγο πριν την κρίση αισίως μόλις τα 10 δολάρια αφορούσαν σε επιχειρηματικές επενδύσεις, 1 δολάριο πηγαίνει στην αγορά ακινήτων και τα υπόλοιπα 89 δολάρια πηγαίνουν στην αγορά χρήματος και τίτλων! Αποτέλεσμα ήταν το 63% του συνολικού ιδιωτικού κέρδους που παρήγαγε η οικονομία την τελευταία δεκαετία να είναι τόκοι.

Στήθηκε έτσι μια οικονομία αληθινό Ελντοράντο για όποιον ήθελε να εμπορευθεί χρήμα και να κερδοσκοπήσει μ’ αυτό από το εσωτερικό και από το εξωτερικό. Με το επίσημο κράτος να κάνει τα στραβά μάτια, ή να συμμετέχει ενεργά σ’ όλο αυτό το πανηγύρι με την διασπάθιση του δημοσίου χρήματος υπέρ μιας οικονομικής και πολιτικής κάστας, η οποία με τις πλάτες των ισχυρών εταίρων της στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη, αλλά και των πιο αδίστακτων κερδοσκόπων στις διεθνείς αγορές κεφαλαίου, έκανε τα πάντα για να εκμαυλίσει τα ήθη της ελληνικής κοινωνίας και να μάθει τον μέσο Έλληνα ότι είναι φυσιολογικό να ζεις με δανεικά, επιδοτήσεις και ρουσφέτια από τα κόμματα εξουσίας.

Αυτή η κατάσταση εκδηλώθηκε πρώτα και κύρια στην τρομακτική διόγκωση του δημόσιου χρέους. Το κράτος φορτωνόταν διαρκώς χρέη προκειμένου να μετατραπεί σε υποχείριο της πολιτικής επιρροής ξένων κέντρων, να εξαγοραστεί το πολιτικό του προσωπικό από ισχυρά οικονομικά και επιχειρηματικά συμφέροντα, να πριμοδοτεί την λεηλασία του δημόσιου χρήματος με κάθε μέσο και τρόπο, να αφήνει την οικονομία και την κοινωνία απροστάτευτη από κάθε ακραία πρακτική ιδιωτικού πλουτισμού. Όσο μεγάλωνε το παραγωγικό έλλειμμα της ελληνικής οικονομίας τόσο εκτινασσόταν ο δανεισμός, τόσο ο ιδιωτικός, όσο και κυρίως ο κρατικός.

Αυτή η κατάσταση της ελληνικής οικονομίας ήταν που προσέλκυσε το ενδιαφέρον των αξιωματούχων της ευρωζώνης και κυρίως της Γερμανίας. Δεν έγινε κανένα λάθος με την ένταξη της Ελλάδας στο ευρώ, ούτε είναι αλήθεια ότι η Ελλάδα δεν ήταν έτοιμη για το ευρώ. Αυτή την Ελλάδα θέλανε για το ευρώ. Την Ελλάδα των ελλειμμάτων και των χρεών που προσέφερε τρομακτικές δυνατότητες κερδοσκοπίας των ευρωπαϊκών τραπεζών και της εξαγωγικής μηχανής των μεγάλων οικονομιών της ευρωζώνης με πρώτη εκείνη της Γερμανίας, η οποία μετέτρεψε την χώρα σε σκουπιδοτενεκέ της βιομηχανίας της και των εταιρειών της με αντάλλαγμα νέα δάνεια.

Η Ελλάδα κατάντησε να εξαρτά την επιβίωσή της χάρις στα νέα δάνεια που μπορούσε να αποσπάσει από την αγορά κεφαλαίου της ευρωζώνης. Στις 31/12/2001 το δημόσιο χρέος που η Ελλάδα διαμορφώθηκε στα 146 δις ευρώ. Την 1/1/2002 η Ελλάδα εντάχθηκε στο ευρώ και έως τις 31/12/2009 το δημόσιο χρέος αυξήθηκε κατά 152 δις ευρώ. Δηλαδή μέσα σε 7 χρόνια το δημόσιο χρέος της Ελλάδας υπερδιπλασιάστηκε. Πράγμα πρωτοφανές. Αν σκεφτεί κανείς ότι τα τακτικά έσοδα του κράτους το 2009 ήταν γύρω στα 45 δις ευρώ, οι εισαγωγές την ίδια χρονιά ήταν της τάξης των 15 δις ευρώ, ενώ οι εισπράξεις από υπηρεσίες ήταν σχεδόν 27 δις ευρώ, του τοκοχρεωλύσια πληρώθηκαν ανήλθαν σε πάνω από 109 δις ευρώ!

Υπό αυτές τις συνθήκες η Ελλάδα ήταν de facto χρεοκοπημένη, είτε έβρισκε δάνεια να δανειστεί, είτε όχι. Οι αγορές κεφαλαίου έκλεισαν για την Ελλάδα τον Ιανουάριο του 2009 και έτσι εξαναγκάστηκε η ευρωζώνη να επιληφθεί του θέματος από φόβο για τις επιπτώσεις στο ευρώ μιας εξ ανάγκης αθέτησης πληρωμών εκ μέρους της Ελλάδας. Σε συνεργασία με τα δυο κόμματα εναλλαγής στην κυβέρνηση, οι αξιωματούχοι της ευρωζώνης μεθόδευσαν την πολιτική αλλαγή στην Ελλάδα το 2009 προκειμένου να αναδειχθεί κυβέρνηση με ικανή κοινοβουλευτική πλειοψηφία προκειμένου η Ελλάδα να τεθεί υπό εκκαθάριση υπέρ των δανειστών της, όπως ακριβώς συμβαίνει με μια επιχείρηση, ή εταιρεία που πτωχεύει.

Το πολιτικό προσωπικό της Ελλάδας μαζί με την ολιγαρχία που διαφεντεύει την χώρα εδώ και δεκαετίες, προκειμένου να γλυτώσει από την οργή του ελληνικού λαού, συμφώνησε στην γενική εκποίηση της χώρας υπό καθεστώς αποικίας με αντάλλαγμα κάποιο μερίδιο από τα λάφυρα που θα αποκόμιζαν οι Ευρωπαίοι δανειστές. Έτσι δέχθηκαν να τεθεί η Ελλάδα και ο ελληνικός λαός υπό αποικιοκρατική κηδεμονία, υπό καθεστώς κατοχής με σκοπό την γενική εκποίηση της χώρας.

Χάρις στα απανωτά μνημόνια και τις συμβάσεις δανειακής διευκόλυνσης η Ελλάδα κυβερνάται στην πράξη από ξένους επιτρόπους. Είναι βεβαιωμένο ότι όλα τα νομοσχέδια και οι πολιτικές που εφαρμόζονται στην χώρα δεν συντάσσονται καν από υπηρεσιακούς παράγοντες στα υπουργεία της κυβέρνησης, αλλά από ευρωπαίους επιτρόπους. Τα υπογράφουν χωρίς αντίρρηση οι υπουργοί και κατόπιν πάνε προς έγκριση στην Βουλή. Η ελληνική πολιτεία έχει καταλυθεί πλήρως. Η κυβέρνηση είναι βιτρίνα ξένων δυνάμεων και κατακτητών.

Τα αποτελέσματα της πολιτικής των μνημονίων ήταν από την αρχή καταστροφικά για την χώρα. Από 298 δις ευρώ το δημόσιο χρέος το 2009, ή 127% του ΑΕΠ, πήδηξε στα 328 δις ευρώ το 2010, ή 143% του ΑΕΠ, ενώ το 2011 έφτασε στα 369 δις ευρώ, 71 δις ευρώ παραπάνω χρέος μέσα σε δυο χρόνια, ή στο 178% του ΑΕΠ. Την ίδια περίοδο η ύφεση της ελληνικής οικονομίας κλιμακώθηκε σε πρωτοφανή επίπεδα με την ανεργία και την μαζική εξαθλίωση να καλπάζει, ενώ τα εισοδήματα περικόπηκαν κατά 15% σε σταθερές τιμές.

Μετά την πρώτη καταστροφική επέλαση της τρόικας στην Ελλάδα, αποφασίζεται το δεύτερο εξάμηνο του 2011 ότι χωρίς αναδιάρθρωση του χρέους και μάλιστα με «κούρεμα» κοντά στο 56%, δεν μπορούσε να αναχαιτισθεί η αλματώδης αύξηση του χρέους. Η αναδιάρθρωση έγινε τον Μάρτιο του 2012, αλλά τα ανταλλάγματα ήταν τέτοια που αντί να μειώσει το χρέος, τελικά το αύξησε κατά 3-5 δις ευρώ. Έτσι, ενώ η αναδιάρθρωση με «κούρεμα» μείωσε την ονομαστική αξία του χρέους κατά 106 δις ευρώ, η Ελλάδα εξαναγκάστηκε να δανειστεί εκ νέου για να διεκπεραιώσει το PSI άλλα 109 δις ευρώ. Το αποτέλεσμα ήταν αύξηση του χρέους, αντί για μείωση. Κι αυτό παράλληλα με το γεγονός ότι η αναδιάρθρωση στοίχισε στους Έλληνες την χρεοκοπία των ασφαλιστικών τους ταμείων, των ταμείων όλων των φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα όπως είναι τα επιμελητήρια, οι επιστημονικοί σύλλογοι, τα πανεπιστήμια, τα νοσοκομεία, οι οργανισμοί, κοκ., αλλά και των μικροομολογιούχων που είχαν τοποθετήσει σε κρατικά ομόλογα τις αποταμιεύσεις τους.

Προκειμένου να μην γίνει φανερό στους Έλληνες πολίτες η απάτη της αναδιάρθρωσης, το Eurogroup αποφάσισε να προχωρήσει σε επαναγορά ελληνικών ομολόγων από την δευτερογενή τον Νοέμβριο του 2012. Η επαναγορά αφορούσε σε 30 δις ευρώ με κόστος 11,7 δις ευρώ που κατέβαλε το EFSF. To ελληνικό κράτος καλείται να καταβάλει αυτά τα 11,7 δις ευρώ εντός του επόμενου διμήνου και δεν τα έχει. Αν συνδυαστεί αυτό μαζί με την συνεχιζόμενη κατάρρευση των δημοσιονομικών του κράτους λόγω αδυναμίας του πληθυσμού να ανταποκριθεί στις φορολογικές του υποχρεώσεις, αλλά και της ύφεσης που υπερβαίνει πια σε ετήσια βάση το 7%, την ανεργία που ξεπερνά επίσημα το 27%, τις επενδύσεις που έχουν πέσει κάτω από το 14% του ΑΕΠ, πρώτη φορά στην μεταπολεμική ιστορία της Ελλάδας, το διαθέσιμο εισόδημα του πληθυσμού που συνεχίζει να καταρρέει πολύ κάτω από το βασικό επίπεδο διαβίωσης και το ιδιωτικό χρέος να καλπάζει μόνο εικόνα κατάρρευσης μπορούν να δώσουν στην ελληνική οικονομία.

Κι αυτή η κατάρρευση είναι σκόπιμη, δόλια, εξεπιτούτου προκειμένου να ξεπουληθεί η χώρα σε τιμές εξευτελιστικές. Να ξεπουληθεί όχι μόνο η δημόσια περιουσία μέσα από ιδιωτικοποιήσεις και εκχωρήσεις, αλλά και η ιδιωτική περιουσία των Ελλήνων πολιτών, η οποία σήμερα είναι υποθηκευμένη στο μεγαλύτερο μέρος της όχι μόνο στις τράπεζες, αλλά και στο κράτος για ληξιπρόθεσμες οφειλές της μεγάλης πλειοψηφίας του λαού λόγω αδυναμίας να ανταποκριθεί στις φορολογικές της υποχρεώσεις.

Το δράμα είναι ότι η τρόικα πιέζει όλο και περισσότερο σ’ αυτόν τον καταστροφικό κατήφορο με τους κυβερνώντες να έχουν παραδοθεί εκ προοιμίου και αμαχητί. Στον βωμό του ευρώ και της ευρωζώνης κινδυνεύει χαθεί μια ολόκληρη χώρα και να εξοντωθεί μαζικά ένας ολόκληρος λαός.

Για εμάς το δίλημμα είναι καθαρό: Είτε συμβιβάζεσαι με την υπάρχουσα κατάσταση και απλά διεκδικείς τρόπους να την διαχειριστείς καλύτερα, είτε την ανατρέπεις. Μέσος δρόμος δεν υπάρχει. Όσο περιμένουμε τον από μηχανής Θεό να μας γλυτώσει με κάποιο θαύμα, τόσο θα βιώνουμε την πιο απόλυτη καταστροφή. Ρεαλιστική πρόταση είναι εκείνη που δεν αφήνει εκτεθειμένο τον λαό και την χώρα στις σημερινές απειλές. Δεν επιτρέπει να βυθίζονται άλλο στην απελπισία και την απόγνωση. Αν ο λαός το πάρει απόφαση η ανάκαμψη θα γίνει πολύ γρήγορα και με εντυπωσιακά αποτελέσματα για τα λαϊκά στρώματα από τα πρώτα κιόλας εικοσιτετράωρα. Τι πρέπει να γίνει;

Πρώτο: Να σταματήσουμε να εξαρτιόμαστε από τις δόσεις των δανείων της ευρωζώνης που δίνονται με ρήτρα την καταστροφή και το ξεπούλημα της χώρας. Η άρνηση πληρωμής θα πρέπει να συνοδευτεί με αποκήρυξη του χρέους ως παράνομου και καταχρηστικού με βάση τους κανόνες του διεθνούς δικαίου.

Δεύτερο: Να δηλώσουμε την αποχώρηση της Ελλάδας από το ευρώ και την ευρωζώνη με σκοπό την εισαγωγή εθνικού κρατικού νομίσματος προκειμένου να έχουμε την δυνατότητα και την ελευθερία να ανατάξουμε την οικονομία μας με βάση τα δικά μας μέτρα και σταθμά, με βάση τα συμφέροντα του ελληνικού λαού και όχι της ευρωπαϊκής τραπεζοκρατίας. Από κει και πέρα, θα χρειαστούμε 6-8 μήνες για να εισαχθεί το νέο εθνικό κρατικό νόμισμα. Αυτό το μεσοδιάστημα μας πρέπει να πάρουμε ορισμένα πολύ άμεσα μέτρα:

1. Την εθνικοποίηση της Τραπέζης της Ελλάδος και των μεγάλων ιδιωτικών τραπεζών που έχουν τραβήξει την περισσότερη ρευστότητα από το ευρωσύστημα. Γιατί αυτό; Για να αφήσουμε το τραπεζικό σύστημα να χρεοκοπήσει με ασφάλεια για τις καταθέσεις και την οικονομία της χώρας. Με την χρεοκοπία του θα δοθεί η δυνατότητα να ανοικοδομηθεί από μηδενική βάση χωρίς τις υποχρεώσεις που έχει αναλάβει προς το εξωτερικό, αλλά και με την διαγραφή των οφειλών που έχουν προς αυτό τα νοικοκυριά και οι μικρομεσαίοι.

2. Αποκατάσταση των ζημιών σε εισοδήματα που υπέστησαν μισθωτοί και συνταξιούχοι από την απαρχή των μνημονίων με την επιστροφή μισθών και συντάξεων στο επίπεδο προ της 5ης Μαΐου 2010. Αυτό θα γίνει με την χρήση του ηλεκτρονικού λογιστικού χρήματος των υπό δημόσιο έλεγχο τραπεζών με παράλληλη ενίσχυση με επιδοτούμενα δάνεια λειτουργικού κεφαλαίου για τους μικρομεσαίους και επαγγελματίες.

3. Την επιβολή ελέγχου στην κίνηση του κεφαλαίου. Με αυτόν τρόπο θα σταματήσει η αιμορραγία που τυραννά την ελληνική οικονομία και της στερεί τεράστιους χρηματικούς πόρους από το εσωτερικό της. Με τις τράπεζες εθνικοποιημένες θα σταματήσει και το πλυντήριο μαύρου χρήματος για το οποίο φημίζεται διεθνώς το ελληνικό τραπεζικό σύστημα. Ο έλεγχος της κίνησης κεφαλαίου γίνεται εύκολα από την στιγμή που ελέγχει κανείς το τραπεζικό σύστημα και έχει να κάνει με την επιλεκτική φορολόγηση των κεφαλαίων που οδεύουν προς το εξωτερικό, ή έρχονται από το εξωτερικό. Αφορολόγητα κέρδη, μερίσματα, τόκοι και επενδύσεις σε τίτλους στο εξωτερικό τέλος. Επίσης όσα κεφάλαια έρχονται από εξωτερικό να κερδοσκοπήσουν με αγορές ακινήτων και περιουσίας θα τους επιβάλλεται υψηλή αποτρεπτική φορολογία, ενώ όσα κεφάλαια κατευθύνονται σε επενδύσεις στην πραγματική οικονομία με όρους νέων θέσεων σταθερής απασχόλησης, ανελαστικών αμοιβών, νέας τεχνολογίας, προστιθέμενης αξίας στην παραγωγή, κοκ, τότε η μεταχείρισή τους πρέπει να είναι ευνοϊκή.

4. Ρητή απαγόρευση όλων των απολύσεων, όπως και η προσφυγή σε καθεστώς πτώχευσης στον ιδιωτικό τομέα. Αν πρόκειται για μικρή επιχείρηση, ελεύθερο επαγγελματία, ή ατομικό παραγωγό, το κράτος θα φροντίσει να μην κλείσει, να μην πτωχεύσει με απευθείας ενίσχυση μέσω εγγυήσεων, ή επιδοτούμενων δανείων. Αν πρόκειται για μεγάλη επιχείρηση και κυρίως για πολυεθνική, τότε θα δίνεται η δυνατότητα να την διαχειριστούν οι ίδιοι οι εργαζόμενοι με υποστήριξη του κράτους. Ταυτόχρονα θα επιβληθούν ανελαστικά εργασιακά δικαιώματα έτσι ώστε να αναχαιτιστεί η ανεργία, ιδίως των νέων.

5. Άμεση παρέμβαση στο εξωτερικό ισοζύγιο της χώρας για προϊόντα και υπηρεσίες. Μέχρι να ομαλοποιηθεί η κατάσταση της οικονομίας και να πάρει μπρος η παραγωγική μηχανή με υποκατάσταση εισαγωγών με εσωτερική παραγωγή, το κράτος θα εξασφαλίσει τον δραστικό περιορισμό όσων εισαγωγών δεν είναι απολύτως αναγκαίες για την εύρυθμη λειτουργία της οικονομίας και τις ανάγκες της κοινωνίας. Θα επιβάλλει επίσης ένα επιλεκτικό ανταγωνιστικό προστατευτισμό που θα βασίζεται στην απαγόρευση οποιασδήποτε εισαγωγής πριν εξαντληθεί η εσωτερική παραγωγή, ενώ κατόπιν το προϊόν που θα εισάγεται θα πρέπει να είναι τουλάχιστον ίδιας ποιότητας και παραγωγικής αξίας με το αντίστοιχο προϊόν εσωτερικής παραγωγής. Μόνο έτσι μπορείς να έχεις ανταγωνισμό με ισότιμους όρους.

6. Το βασικό μας μέλημα κατά την διάρκεια αυτής της περιόδου είναι να διατηρήσουμε την κυκλοφορία του χαρτονομίσματος εντός της ελληνικής οικονομίας, η οποία σύμφωνα με τα τωρινά δεδομένα ανέρχεται σε 26 δις ευρώ. Για τον λόγο αυτό θα τεθεί εν ισχύ ένα καθεστώς ελέγχου της κίνησης κεφαλαίου που θα απαγορεύει την εξαγωγή χαρτονομίσματος και θα φορολογεί με πολύ υψηλό ποσοστό τις κινήσεις κεφαλαίου προς το εξωτερικό, ειδικά τις τοποθετήσεις σε μετοχές και χρεόγραφα του εξωτερικού. Ταυτόχρονα θα επιτρέψουμε την εισροή μετρητού από το εξωτερικό υπό καθεστώς ελέγχου της τοποθέτησής του, δηλαδή ελέγχου του που πάει και πώς τοποθετείται στην ελληνική οικονομία προκειμένου να προληφθεί οποιαδήποτε μορφή κερδοσκοπίας. Οι καταθέσεις στις εγχώριες τράπεζες δεν θα δεσμευτούν, ούτε θα τεθεί πλαφόν στην κίνησή τους, αλλά θα απαγορευτεί μέχρι την έκδοση εθνικού κρατικού νομίσματος η ανάληψη μετρητού. Η ελεύθερη κίνηση των καταθετικών λογαριασμών θα μπορεί να γίνει με χρεωστικές κάρτες συναλλαγής (σαν τις κάρτες ΑΤΜ), τις οποίες θα είναι υποχρεωμένοι όλοι να τις δέχονται για την διευκόλυνση των συναλλαγών στην οικονομία χωρίς την χρήση φυσικού χρήματος. Το μέτρο αυτό επιβάλλεται από την ανάγκη να αποσυρθεί ένα σημαντικό ποσό μετρητού, χαρτονομισμάτων του ευρώ, γύρω στα 10 δις ευρώ, προκειμένου να μετατραπούν σε συναλλαγματικό απόθεμα της εθνικοποιημένης Τράπεζας της Ελλάδας. Με το συναλλαγματικό αυτό απόθεμα θα μπορέσουμε να καλύψουμε το εξωτερικό έλλειμμα εμπορευμάτων και υπηρεσιών.

Θα πρέπει επίσης να έχουμε υπόψη μας ότι οι τράπεζες δεν θα έχουν ούτε τον χαρακτήρα, ούτε την μορφή την σημερινή. Θα έχουν τεθεί υπό δημόσιο έλεγχο και εκκαθάριση προκειμένου να ανακαλύψουμε που πήγαν τα εκατοντάδες δις ευρώ των ενεργητικών τους, ποιος επωφελήθηκε απ’ αυτά και ποιος πρέπει να καθίσει στο σκαμνί για απιστία και ληστρική συμπεριφορά. Με τον τρόπο αυτό θα μας δοθεί η δυνατότητα να ανοικοδομήσουμε το τραπεζικό σύστημα υπό δημόσιο και κοινωνικό έλεγχο, με απόλυτη διαφάνεια συναλλαγών, από μηδενικής βάσης σύμφωνα με τις πραγματικές ανάγκες μιας ανάπτυξης προς όφελος της μεγάλης πλειοψηφίας του λαού. Έτσι θα μας δοθεί από την πρώτη στιγμή να ξεμπερδέψουμε με τα ιδιωτικά χρέη, σβήνοντας πρώτα και κύρια εκείνα που τα νοικοκυριά και οι μικρομεσαίοι αδυνατούν να εξυπηρετήσουν, αλλά και να προετοιμάσουμε την ομαλή μετάβαση στο εθνικό κρατικό νόμισμα όταν θα είμαστε έτοιμοι. Η μετάβαση αυτή θα γίνει με τους ίδιους όρους που έγινε και η μετάβαση από δραχμή σε ευρώ.

Φυσικά το κλειδί για όλα αυτά είναι η γρήγορη επανεκκίνηση της ελληνικής παραγωγής και των επενδύσεων. Αυτό μπορεί να γίνει, αφενός, με τη διάθεση ανοιχτών πιστώσεων για όσους ασχολούνται ή θέλουν να επενδύσουν στην παραγωγή με κριτήριο την προστιθέμενη αξία και τις θέσεις σταθερής απασχόλησης που παράγουν και, αφετέρου, ένα εκτεταμένο πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων στις παραγωγικές υποδομές της ελληνικής οικονομίας απαλλαγμένο από ημέτερους και μεγαλοκαρχαρίες. Όλα αυτά θα δώσουν μια απότομη ανοδική ώθηση στην οικονομία, τέτοια που όταν το εθνικό νόμισμα τελικά εισαχθεί να σταθεροποιηθεί και να αποκτήσει ισοτιμία χωρίς μεγάλες αναταράξεις.

Φυσικά, όλα αυτά δεν μπορούν να γίνουν αν ο ελληνικός λαός δεν κατακτήσει την δημοκρατία, αν δεν ξεφορτωθεί πρώτα το απόλυτα διεφθαρμένο πολιτικό σύστημα διακυβέρνησης που τον έφερε σ’ αυτήν την κατάντια και τον έχει παραδώσει σιδηροδέσμιο στις αγορές για να του γδάρουν το τομάρι. Δημοκρατία που προϋποθέτει εθνική ανεξαρτησία και κυριαρχία με τον λαό αφέντη στον τόπο του και όχι δούλο δανειστών και εξαγορασμένων πολιτικών.

Λονδίνο, 11/4/2013

Advertisements

ΚΑΛΕΣΜΑ ΣΤΗΝ ΠΟΡΕΙΑ ΕΙΡΗΝΗΣ ΠΟΥ ΔΙΟΡΓΑΝΩΝΕΙ ΤΟ ΙΔΡΥΜΑ ΓΡΗΓΟΡΗ ΛΑΜΠΡΑΚΗ

Με αφορμή τη συμπλήρωση 50 χρόνων από την πρώτη Μαραθώνια Πορεία Ειρήνης, που έγινε στις 21 Απριλίου του 1963, καλούμε όλα τα μέλη και τους φίλους του Ε.ΠΑ.Μ., όλους τους δημοκράτες και πατριώτες αγωνιστές να συμμετάσχουν στην Πορεία που οργανώνει το Ίδρυμα Γρηγόρη Λαμπράκη, την Κυριακή 21η Απριλίου 2013 και ώρα 9 π. μ.

Η πορεία θα ακολουθήσει την ίδια διαδρομή που έκανε ο Γρηγόρης Λαμπράκης από τον Τύμβο του Μαραθώνα μέχρι την διασταύρωση της Ραφήνας, σημείο όπου τον σταμάτησε τότε η αστυνομία. Ο γιος του Γρ. Λαμπράκη, μαζί με τον τραγουδιστή Βασίλη Λέκκα, που θα πρωτοστατήσουν, θα συνεχίσουν την πορεία τους μέχρι το Α΄ Νεκροταφείο, όπου θα αποτίσουν φόρο τιμής στον τάφο του αγωνιστή. Θα τους συνοδεύσουν μέλη και φίλοι του Ε.ΠΑ.Μ. μαζί με όποιον ακόμη έχει την καρδιά να ακολουθήσει την πορεία έως το τέλος.

Το Ε.ΠΑ.Μ. καλεί τα μέλη και τους φίλους των πυρήνων Μεσογείων, να παρευρίσκονται στον Τύμβο στις 9 το πρωί και να περπατήσουν μέχρι την Ραφήνα όπου θα ενωθούν με άλλους συναγωνιστές.

Τα μέλη και οι φίλοι του Βόρειου Τομέα καλούνται να βρίσκονται στις 12 το μεσημέρι στην Πλατεία Αγίας Παρασκευής.

Τα μέλη και οι φίλοι του Κεντρικού Τομέα καλούνται να βρίσκονται στο Χίλτον στις 15.00 το απόγευμα.

Τα μέλη και οι φίλοι των άλλων Τομέων μπορούν να έλθουν όπου εξυπηρετούνται καλύτερα.

Τέλος, όλοι οι συμμετέχοντες θα ενωθούμε για να καταλήξουμε στο Α΄ Νεκροταφείο.
ΟΛΟΙ ΣΤΟΝ ΑΓΩΝΑ ΓΙΑ ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑ
ΓΙΑ ΜΙΑ ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΚΑΙ ΕΙΡΗΝΙΚΗ ΠΑΤΡΙΔΑ

Η Πολιτική Γραμματεία και το Οργανωτικό Γραφείο του ΕΠΑΜ

Πηγή: http://dimitriskazakis.blogspot.gr/2013/04/blog-post_18.html

Τι αντιπροσωπεύει στ’ αλήθεια το «όχι» της Κυπριακής Βουλής;

Είναι πολύ όμορφο και ρομαντικό να ονειρεύεται κανείς ότι στην εσχατιά του ελληνισμού, κάποιοι πατριώτες πολιτικοί είπαν «όχι» στον πρόσωπο του νέου κατακτητή. Ωραίο θα ήταν, μόνο αν ήταν αληθινό. Και δεν είναι. Το «όχι» της Κυπριακής Βουλής αφορά μόνο στο «κούρεμα» των καταθέσεων και όχι την υποταγή της Κύπρου στην αποικιοκρατική κηδεμονία της τρόικας και των Ευρωπαίων (βλέπε κυρίως Γερμανών). Πρόκειται για ένα «όχι» εντελώς προσχηματικό μιας και δεν πρόκειται να σώσει ούτε καν τις καταθέσεις. Κυρίως τις λαϊκές αποταμιεύσεις των νοικοκυρών της Κύπρου.

Καταρχάς για να το ξεκαθαρίσουμε, το όλο παιχνίδι που παίζεται είναι στημένο και από τις δυο πλευρές. Τόσο από την σκοπιά της Ευρωζώνης, όσο και από τη σκοπιά των Κυπρίων κυβερνητών. Το πρόβλημα της Κύπρου προέκυψε όχι λόγω μεγάλης κρίσης στην οικονομία της Κύπρου. Η οικονομία της Κύπρου δεν είναι από τις χειρότερες περιπτώσεις, ούτε ήταν στο χείλος της χρεωκοπίας. Το πρόβλημα της Κύπρου προέκυψε από τις τράπεζές της. Πρωτίστως από την Τράπεζα της Κύπρου και την Λαϊκή, πρώην Μαρφίν. Πώς γίνεται να καταρρεύσουν δυο τραπεζικοί κολοσσοί όταν οι καταθέσεις, η καταθετική βάση που δηλώνουν είναι σχεδόν 2 φορές του ΑΕΠ της Κύπρου; Μόνο στην περίπτωση που οι τραπεζίτες κατασπατάλησαν τα χρήματα των καταθέσεων σε μαύρα δάνεια και χορηγήσεις, σε επενδύσεις κερδοσκοπίας και ευκαιρίας και σε λεηλασία γενικά. Αυτό ακριβώς συνέβη με τις Κυπριακές τράπεζες. Οι τραπεζίτες, ή μεγαλοκαρχαρίες που το έπαιζαν εθνικοί επενδυτές και μεγαλοπαράγοντες της οικονομίας λεηλάτησαν κυριολεκτικά διαμέσου των τραπεζών τους το χρήμα που υπήρχε σ’ αυτές – κυρίως σε καταθέσεις – μαζί με τα πολιτικά κόμματα και τις κυβερνήσεις Ελλάδας και Κύπρου. Σήμερα οι καταθέσεις αυτών των τραπεζών υπάρχουν μόνο σε κομματικά ταμεία, λογαριασμούς παράκτιων εταιρειών ανά τον κόσμο, σε ομόλογα και παράγωγα του εξωτερικού και σε άλλες σκιώδεις τραπεζικές επενδύσεις κρυμμένες στις διεθνείς αγορές κεφαλαίου.

Ποιος θυμάται σήμερα τον κ. Βγενόπουλο και τον όμιλο Marfin Investment Group; Ποιος θυμάται τους εκάστοτε κυβερνητικούς να τον πλασάρουν ανοιχτά σαν εθνικό επενδυτή, ο οποίος εξαγόραζε τα πάντα με ξένα κεφάλαια διαμέσου ενός fund, όπως ήταν η MIG; Με την κρίση οι τράπεζες της Κύπρου άρχισαν να αντλούν αυξημένη ρευστότητα από το ευρωσύστημα. Αυτό ήταν το πρώτο καμπανάκι. Όμως και αυτή την αυξημένη ρευστότητα οι Κύπριοι και μη τραπεζίτες την σπατάλησαν σε κερδοσκοπικές τοποθετήσεις σε ελληνικά και άλλα ομόλογα ποντάροντας στην χρεοκοπία της Ελλάδας. Έτσι όταν ήρθε το PSI, δηλαδή η αναδιάρθρωση του χρέους στην Ελλάδα, οι Κύπριοι και μη τραπεζίτες εισέπραξαν τα πλούσια ανταλλάγματα που προσφέρθηκαν στις τράπεζες που θα έβαζαν τα ομόλογά τους στο «κούρεμα». Να θυμίσουμε εδώ ότι το τραπεζικό λόμπι του κ. Νταλάρα – στο οποίο ανήκαν και οι κυπριακές τράπεζες κάτοχοι ελληνικών ομολόγων – πήρε αποζημίωση για την συμμετοχή του στο PSI, 30 δις ευρώ μετρητά για λογιστικές ζημιές που δεν ξεπερνούσαν τα 18 δις ευρώ. Ανάμεσα στους ωφελημένους ήταν και οι τράπεζες της Κύπρου, που εκτιμάται ότι για 5 δις ευρώ λογιστική ζημιά λόγω ελληνικών ομολόγων, εισέπραξαν γύρω στα 7 δις ευρώ αποζημίωση ως μετρητά φορτώνοντας πρόσθετο χρέος στον Έλληνα φορολογούμενο.

Αν προσθέσουμε σ’ αυτά και την μετανάστευση καταθέσεων και κεφαλαίων από την Ελλάδα στην Κύπρο, που ανήλθαν τουλάχιστον σε άλλα 5 δις ευρώ, οι κυπριακές τράπεζες βγήκαν ωφελημένες από την χρεοκοπία της Ελλάδας. Γι’ αυτό και είναι εντελώς πρόστυχη η προσπάθεια να φορτώσουν την κατάρρευση των κυπριακών τραπεζών στην Ελλάδα. Είναι καθαρό ψέμα και μπορεί να το ισχυριστεί μόνο όποιος δεν ξέρει, ή είναι τόσο απατεώνας που ενώ ξέρει τι έχει συμβεί, το παπαγαλίζει από σκοπιμότητα.

Όταν το 2012 οι κυπριακές τράπεζες δεν άντεξαν άλλο και προσέφυγαν στον ELA (στον μηχανισμό έκτακτης ρευστότητας) προκειμένου να μην καταρρεύσουν, οι ευρωπαίοι και κυρίως οι Γερμανοί έθεσαν θέμα ανταλλαγμάτων, δηλαδή αποικιακής κατοχής του νησιού διαμέσου της τρόικας. Η κυβέρνηση Χριστόφια, προκειμένου να καλύψει την ληστεία των κυπριακών τραπεζών από τους ολιγάρχες της οικονομίας και της πολιτικής, δέχτηκε με ιταμό τρόπο να πουληθεί το νησί σε τιμή ευκαιρίας. Κι έτσι υπέγραψε μαζί με τις υπόλοιπες δυνάμεις τη σύμβαση εκχώρησης του νησιού στην τρόικα. Η προδοσία του Χριστόφια είναι τέτοια που θέλησε ο ίδιος να υπογράψει την θανατική καταδίκη του νησιού, χωρίς καν να πάρει την πρωτοβουλία ενός δημοψηφίσματος προκειμένου έστω να έχει το άλλοθι της ετυμηγορίας ενός «ναι». Η οργανική διαπλοκή στην Κύπρο των μεγάλων κομμάτων και των επικεφαλής τους με τις τράπεζες και τους ολιγάρχες του χρήματος είναι τέτοια, που και μόνο η σκέψη ότι ένα πιθανό δημοψήφισμα θα έφερνε στην επιφάνεια το αληθινό πρόβλημα, δηλαδή εκείνο της διαπλοκής πολιτικής και χρήματος, απέτρεψε τον Χριστόφια ακόμη κι από το να το σκεφτεί. Επιδόθηκε απλά σε κροκοδείλια δάκρυα μπροστά στην τηλεόραση καθώς ανακοίνωνε την θανατική καταδίκη του νησιού. Οι δικαιολογίες είναι πολύ γνωστές και από την δική μας περίπτωση.

Οι ευρωπαίοι και κυρίως οι Γερμανοί γνώριζαν πολύ καλά ότι ένα τραπεζικό σύστημα που εμφανίζει περί τα 68 δις ευρώ καταθετική βάση, εκ των οποίων πάνω από τα 26 δις ευρώ είναι των νοικοκυριών που κατοικούν στο νησί, είναι αδύνατον να καταρρεύσει, είναι αδύνατον να έχει ανάγκη για έκτακτη χρηματοδότηση. Εκτός κι αν οι καταθέσεις είναι απλές εγγραφές, δηλαδή φούμαρα. Κι έτσι άρπαξαν την ευκαιρία. Ζήτησαν τα 5,8 δις ευρώ, δηλαδή περί το μεσοσταθμικό 8% της εικονικής καταθετικής βάσης νοικοκυριών και επιχειρήσεων, από το «κούρεμα» των καταθέσεων. Αυτό είχε τεθεί πολύ πριν τις εκλογές της Κύπρου. Για να προχωρήσει έπρεπε να ξεγελαστεί ο λαός και να έρθει ο οικονομικός δολοφόνος που θα το προωθούσε. Κι αυτός ήταν ο Αναστασιάδης.

Το ζήτημα ήταν όμως ευθύς εξαρχής ότι οι καταθέσεις αυτές δεν υπάρχουν και επομένως τα 5,8 δις ευρώ δεν θα μπορούσαν να αντληθούν από τις κυπριακές τράπεζες. Το γεγονός αυτό το γνώριζαν όλοι. Ευρωπαίοι, Γερμανοί και Κύπριοι. Κι έτσι στήθηκε το παιχνίδι που παίχτηκε σε βάρος της Κύπρου το προηγούμενο σαββατοκύριακο.

Ας δούμε τα γεγονότα. Έχουμε μια απόφαση του Eurogroup της 15/3 που ανάμεσα στα άλλα θέλει «κούρεμα» των καταθέσεων της Κύπρου. Αν ήθελαν όντως οι Γερμανοί και οι άλλοι να το εφαρμόσουν, τι θα έκαναν; Δεν θα το ανακοίνωναν αμέσως. Ούτε θα επέτρεπαν στον Αναστασιάδη να το κάνει, αν πρώτα δεν εξασφαλίσει με εκβιασμούς, πιέσεις, εξαγορές – κατά τα γνωστά συνήθη – την πολιτική στήριξη στο νησί. Αν το πετύχαινε αυτό, τότε θα έβγαινε και θα έθετε όπως το έθεσε, ή «κούρεμα» καταθέσεων, ή άτακτη χρεοκοπία. Διαφορετικά θα υπήρχε περιθώριο να τροποποιηθεί το μέτρο και να βρεθούν εναλλακτικοί τρόποι.

Αντί γι’ αυτό έχουμε τα εξής κωμικοτραγικά, που ούτε ο πιο ανόητος δεν θα τολμούσε να κάνει. Το Eurogroup ανακοινώνει την επομένη το «κούρεμα». Βγαίνει και ο Αναστασιάδης το Σάββατο και θέτει ευθέως το δίλλημα: ή «κούρεμα», όπως διατάζουν οι Ευρωπαίοι, ή άτακτη χρεοκοπία. Βεβαίως, ο Ααναστασιάδης – όπως και τα επιτελεία της ευρωζώνης – ήξεραν πολύ καλά δυο πράγματα: Αφενός, ο Αναστασιάδης δεν είχε την πολιτική συγκατάθεση των άλλων κομμάτων και τα δικά του «κουκιά» δεν φτάνουν για να περάσει το μέτρο. Αφετέρου, η προκαταβολική ανακοίνωση του «κουρέματος» θα έπληγε ανεπανόρθωτα την αξιοπιστία του τραπεζικού συστήματος και θα συνέτριβε την οικονομία του νησιού, η οποία εξαρτάται σε πολύ μεγάλο βαθμό από τις τράπεζές του. Κι αυτό θα συνέβαινε ανεξάρτητα πολιτικών εξελίξεων, ανεξάρτητα από το αν θα αποδεχόταν η Κυπριακή Βουλή το «κούρεμα», ή θα ψήφιζε «όχι».

Τελικά ο Αναστασιάδης δεν πήρε ούτε τις ψήφους του κόμματός του υπέρ του «κουρέματος». Δεν μπορεί να μην το γνώριζε αυτό. Δεν μπορεί να μην το γνώριζαν οι Ευρωπαίοι και οι Γερμανοί. Σας θυμίζω ότι η πρόταση του «κουρέματος» έχει τεθεί στο τραπέζι εδώ και μήνες και όλοι την γνώριζαν. Τότε γιατί έγινε όλο αυτό;

Από την μεριά των Γερμανών και των Ευρωπαίων η ενέργεια αυτή ήταν ανοιχτή «πολεμική ενέργεια της ΕΕ εναντίον ανεξάρτητου κράτους-μέλους της», όπως σωστά αναφέρει η ανακοίνωση της Πολιτικής Γραμματείας του ΕΠΑΜ. Ήξεραν πολύ καλά ότι ακόμη κι αν πέρναγε το «κούρεμα», τα 5,8 δις ευρώ που ζητούσαν από την Κύπρο δεν υπάρχουν στα ταμεία των τραπεζών. Οπότε επέλεξαν μια προβούν μια ενέργεια – την προκαταβολική ανακοίνωση του «κουρέματος» – που γνώριζαν πολύ καλά ότι θα σακάτευε ανεπανόρθωτα την οικονομία του νησιού. Το τσάκισμα το επέτειναν και με τις δηλώσεις τους οι Μέρκελ και Σόιμπλε στιγματίζοντας την βιομηχανία κεφαλαίων του νησιού και λέγοντας ανοιχτά ότι κανείς που αναζητά καταφύγιο στην Κύπρο δεν πρέπει να αισθάνεται ασφαλής. Με λίγα λόγια επέτειναν την κατάσταση πανικού υπό συνθήκες κλειστών τραπεζών. Ότι χειρότερο.

Σ’ αυτό συνέργησε και ο «δικός μας» υπουργός οικονομικών κ. Σουρνάρας, ο οποίος στις 18/3 δήλωσε: «Όσον αφορά εμάς, τόνισα στο Eurogroup ότι είμαστε έτοιμοι να αποκτήσουμε το ενεργητικό και το παθητικό των κυπριακών καταστημάτων στην Ελλάδα. Θέλω να πω ότι τα καταστήματα αυτά θα παραμείνουν κλειστά σύμφωνα με την απόφαση των κυπριακών αρχών και εκ περισσού λέω ότι όλα τα άλλα καταστήματα ελληνικών ή ξένων τραπεζών στην Ελλάδα θα λειτουργήσουν κανονικότατα.» Προσέξτε αυτό το «αποκτήσουμε το ενεργητικό και το παθητικό των κυπριακών καταστημάτων στην Ελλάδα». Τι σημαίνει αυτό; Ότι το τραπεζικό κυπριακό σύστημα είναι τόσο χρεοκοπημένο και υπό κατάρρευση που δεν μπορεί ούτε καν να συντηρήσει τα υποκαταστήματά του και έτσι θα απορροφηθούν από την Ελλάδα. Το πώς και το τι θα επιφέρει θα το δούμε εν καιρώ. Κι εγώ ρωτώ; Υπάρχει καλύτερη ομολογία χρεοκοπίας και κατάρρευσης τραπεζικού συστήματος; Όχι βέβαια. Και πότε γίνεται αυτή η δήλωση; Πριν καν αποφανθεί η Κυπριακή Βουλή για το «κούρεμα».

Με άλλα λόγια το Eurogroup ήξερε πολύ καλά ότι η ενέργεια αυτή, την ανακοίνωση του «κουρέματος», ισοδυναμεί με de facto χρεοκοπία για τις τράπεζες της Κύπρου και γι’ αυτό κανόνισε να απορροφηθούν οι θυγατρικές από την Ελλάδα. Κι αυτό ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα της Κυπριακής Βουλής. Μάλιστα με κινήσεις και δηλώσεις τους φρόντισαν να επιτείνουν όσο μπορούν την σύγχυση και τον πανικό ώστε να εξασφαλίσουν την κατάρρευση της τραπεζικής οικονομίας του νησιού.

Ο λόγος που έγινε έτσι ήταν για να χτυπηθεί μοιραία η κυπριακή οικονομία, αφ’ ενός για να εξυπηρετηθούν τα γερμανικά συμφέροντα και να πατήσουν στο νησί ώστε να διεκδικήσουν γεωστρατηγική επιρροή. Οι Γερμανοί κατόρθωσαν με τον τρόπο αυτό να πατήσουν στην Ανατολική λεκάνη της Μεσογείου. Κάτι που δεν το κατόρθωσαν ούτε στον 2ο παγκόσμιο πόλεμο. Όπως επίσης και να διεκδικήσουν μερίδιο από το σύνολο των ενεργειακών πηγών της Κύπρο, κάτι που έχει υπογράψει ήδη ο Χριστόφιας με το μνημόνιο και τη δανειακή σύμβαση. Βλέπετε γνωρίζουν πολύ καλά ότι εντός του ευρώ και με διαλυμένη την οικονομία του το νησί δεν μπορεί παρά να εξαρτηθεί από τις χρηματοδοτήσεις του ευρωσυστήματος με όλα τα αποικιοκρατικά ανταλλάγματα που επιβάλει πρώτα και κύρια η Γερμανία.

Αφετέρου, εξυπηρετούνται και οι ολιγάρχες του νησιού για την λεηλασία των τραπεζών τους. Ποιος θα τους ζητήσει τον λόγο τώρα; Η κατάρρευση των τραπεζών – ήδη έχει ανακοινωθεί ότι η Λαϊκή Τράπεζα της Κύπρου, η δεύτερη μεγαλύτερη τράπεζα του νησιού, δεν πρόκειται να ξανανοίξει – δεν φαίνεται να την χρεώνονται, μιας και οφείλεται στην κατάσταση που δημιουργήθηκε από την ανακοίνωση του «κουρέματος». Ούτε πρόκειται να δώσουν λόγο για το που πήγαν τα λεφτά των καταθετών, μιας και δεν θα χρειαστεί να καταβάλουν τα 5,8 δις ευρώ από τα ταμεία τους και έτσι δεν θα αποκαλυφθεί ότι τα ταμεία είναι άδεια και ότι οι καταθέσεις είναι απλές εγγραφές χωρίς κανένα αντίκρισμα.

Αυτό αντιπροσωπεύει το «όχι» των πολιτικών κομμάτων της Κυπριακής Βουλής. Είπαν «όχι» σε κάτι που θα εξέθετε την λεηλασία των χρημάτων του κυπριακού λαού από μια συμπαιγνία ολιγαρχών της τραπεζικής οικονομίας και της πολιτικής. Και με την τήβεννο του δήθεν πατριώτη, με φανφάρες πατριδοκάπηλου στόμφου, αυτοί που έχουν υπογράψει προκαταβολικά το ξεπούλημα του νησιού, ετοιμάζονται να φορτώσουν τα 5,8 δις ευρώ στις πλάτες των νοικοκυριών και των εργαζομένων της Κύπρου. Άλλωστε, ακούσατε κανέναν από δαύτους να αξιώνει την μη πληρωμή των λύτρων που επέβαλε το Eurogroup; Όχι βέβαια. Όλοι τους εμφανίζονται τώρα να αγωνιούν για το που θα βρεθούν τα 5,8 δις ευρώ για να παραμείνει η Κύπρος στην ευρωζώνη.

Ξεχνούν ότι η ανακοίνωση του Eurogourp απαιτεί κι άλλα εκτός από το «κούρεμα». Δείτε τι αναφέρει η σχετική ανακοίνωση που εκδόθηκε πολύ νωρίς το πρωί της 16ης Μαρτίου: «Το Eurogroup χαιρετίζει τις κυπριακές αρχές σχετικά με τα μέτρα που έχουν ήδη ληφθεί για να υιοθετήσει φορολογικά μέτρα που συμφωνήθηκαν με την Επιτροπή, σε συνεργασία με την ΕΚΤ και το ΔΝΤ. Αυτό αφορά κυρίως την υιοθέτηση των μέτρων εξυγίανσης ύψους 4 ½% του ΑΕΠ. Το Eurogroup χαιρετίζει τη δέσμευση των κυπριακών αρχών να εντείνουν τις προσπάθειές τους στον τομέα των ιδιωτικοποιήσεων. Το Eurogroup χαιρετίζει περαιτέρω τη δέσμευση των κυπριακών αρχών να λάβουν περαιτέρω μέτρα για την κινητοποίηση των εσωτερικών πόρων, προκειμένου να περιοριστεί το μέγεθος της οικονομικής βοήθειας που συνδέεται με το πρόγραμμα προσαρμογής. Τα μέτρα αυτά περιλαμβάνουν την καθιέρωση μιας εκ των προτέρων εφάπαξ εισφοράς σταθερότητας που ισχύει για κατοίκους και μη κατοίκους καταθέτες. Περαιτέρω μέτρα αφορούν την αύξηση της παρακράτησης φόρου επί των εισοδημάτων του κεφαλαίου, την αναδιάρθρωση και την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, η αύξηση του συντελεστή φορολογίας εισοδήματος και τη διάσωση των μικροομολογιούχων. Η Ευρωομάδα προσβλέπει στην επίτευξη συμφωνίας μεταξύ Κύπρου και της Ρωσικής Ομοσπονδίας σχετικά με τη χρηματοδοτική συμμετοχή.»

Με άλλα λόγια το Eurogroup απαιτεί πάνω από 800 εκατ. ευρώ πρόσθετους φόρους στους Κύπριους, ιδιωτικοποιήσεις δημοσίων αγαθών και υπηρεσιών (υγεία, παιδεία, ενέργεια, κοκ), αλλά και «την κινητοποίηση των εσωτερικών πόρων» που μέρους τους είναι το «κούρεμα» των καταθέσεων. Κινητοποίηση των εσωτερικών πόρων είναι και το να βάλουν χέρι στα ασφαλιστικά ταμεία και γενικά όπου υπάρχει δημόσιο αποθεματικό. Και πάμε βλέποντας και κάνοντας κατά τα ειωθότα των αξιωματούχων της αρπαχτής που λέγεται ευρώ. Όσο για τους Ρώσους μην ανησυχείτε. Αυτοί θα τα βρουν και με Ευρωπαίους και με Αμερικανούς. Θα τα σώσουν τα κεφάλαιά τους που κυρίως αποτελούνται από πιστωτικούς τίτλους και είναι άμεσα μεταβιβάσιμοι. Το ίδιο θα γίνει και με όλους τους άλλους μεγαλοκεφαλαιούχους, που στην χειρότερη θα αποζημιωθούν με μεταβιβάσιμους τίτλους εγγυημένους από το ευρωσύστημα.

Αυτοί που πρέπει να κλαίνε είναι τα νοικοκυριά. Οι δικές τους καταθέσεις έχουν μπει στον ντορβά. Έτσι οι πολιτικοί της Κύπρου, συνεπικουρούμενοι από τους «δικούς μας» που ξαφνικά βγήκαν να γιορτάσουν την «εθνική επιτυχία» των Κυπρίων, το «μεγάλο όχι» του Ελληνισμού και του Κυπρικού λαού, πουλάνε ψεύτικο πατριωτισμό για να συγκαλύψουν την μεγάλη ληστεία των καταθέσεων και κυρίως των λαϊκών αποταμιεύσεων. Ο εκβιασμός είναι απλός: προκειμένου να είμαστε σε θέση να σου αποδώσουμε τις αποταμιεύσεις σου, θα πρέπει το ευρωσύστημα να μας χρηματοδοτεί. Και για να μας χρηματοδοτεί, θα πρέπει να χαιρετήσουν οι εργαζόμενοι τα εργατικά τους δικαιώματα, να χαιρετίσουν τα ασφαλιστικά ταμεία, να πουν μπάι-μπάι στις αμοιβές τους και να αγκαλιστούν με την μιζέρια, την ανεργία και την εξαθλίωση. Και μιας θα πρέπει οι Κύπριοι εργαζόμενοι, ο απλός λαός να τα δώσει όλα, ας πάει και το παλιάμπελο, δηλαδή το ίδιο το νησί τους το οποίο θα μεταβληθεί σε προτεκτοράτο χειρότερο από την εποχή της Αγγλικής κατοχής.

Βεβαίως, αυτό έχει παρενέργειες στην Ευρωζώνη. Ήδη έχουμε φαινόμενα πανικού στις τράπεζες σε Ιταλία και Ισπανία. Είναι σίγουρο ότι οι τράπεζες στην Κύπρο έχουν πλέον τελειώσει. Με τον τρόπο αυτό οι τραπεζίτες αθωώνονται. Και αθωώνονται με τον ίδιο τρόπο και τα πολιτικά κόμματα που μαζί με τους τραπεζίτες λεηλάτησαν τα λεφτά. Την ίδια ώρα, η Κύπρος μετατρέπεται σε αποικία των Γερμανών και της ευρωζώνης, μάλιστα με δικαίωμα ζωής, ή θανάτου πάνω στο νησί. Το πλήγμα λοιπόν που δέχεται σήμερα η Κύπρος ουσιαστικά είναι πολύ χειρότερο από αυτό που δέχθηκε με την εισβολή του Αττίλα 1 και Αττίλα 2.

Τίθεται ξεκάθαρα σοβαρό θέμα για την ίδια την εθνική αυτοδιάθεση του νησιού. Η ίδια η ύπαρξη του νησιού τίθεται εν αμφιβόλο αυτή τη στιγμή. Ειδικά μετά την εξέλιξη της καταψήφισης. Ειδικά από την στιγμή που ο μόνος τρόπος για να μπορέσει να ανακάμψει η Κύπρος, να βγει δηλαδή από αυτό το αδιέξοδο, είναι η Κυπριακή λίρα. Δηλαδή το Εθνικό νόμισμα, η κρατικοποίηση των τραπεζών έτσι ώστε να γίνει η εκκαθάρισή τους και να δουν όλοι που πήγαν καταθέσεις, αποταμιεύσεις και δάνεια, ώστε να λογοδοτήσουν πολιτικοί και τραπεζίτες που κατακλέψανε τον κόσμο διαμέσου των τραπεζών και φυσικά η ανοικοδόμηση της οικονομίας από μηδενικής βάσης, όπως τουλάχιστον προσπάθησαν να το κάνουν οι Κύπριοι από το 1975 και μετά. Αυτή είναι η μόνη λύση. Η μόνη αληθινά πατριωτική και συνάμα δημοκρατική, φιλολαϊκή λύση του προβλήματος. Οτιδήποτε άλλο θα οδηγήσει την Κύπρο σε ακόμη χειρότερες και μεγαλύτερες περιπέτειες.

http://dimitriskazakis.blogspot.gr/2013/03/blog-post_21.html

Τι είναι κομμουνιστής σήμερα;

Πρόσφατα με ρώτησε ένας νεαρός συναγωνιστής: «Καλά ρε Δημήτρη, λες ότι είσαι κομμουνιστής. Πολύ το λένε στο ΚΚΕ κι αλλού, αλλά ξέρω ότι εσύ δεν είσαι σαν κι αυτούς. Τι σημαίνει, εν τέλει, κομμουνιστής για σένα;» Απαντώντας στην ερώτηση αυτή όσο πιο σύντομα μπορώ, θα έλεγα τα εξής:

Ο κομμουνιστής είναι το ιστορικό προϊόν της βαθύτερης ανάγκης της κοινωνίας να απαλλαγεί από την βαρβαρότητα της ιδιωτικής ιδιοκτησίας και των ιστορικών της συνεπειών. Σε κάθε ιστορική εποχή, οι ιδέες των κομμουνιστών εμφανίζονταν διαφορετικά. Τα πολύ παλιά χρόνια φορούσαν τον μανδύα των θρησκευτικών αιρέσεων που απαιτούσαν την επιστροφή στα πρώτα χρόνια του χριστιανισμού, στην κοινοκτημοσύνη των επισκοπικών κοινοτήτων του πρώτου αιώνα.

Αργότερα, όταν ο κόσμος ψηλαφούσε την έξοδό του από τον μεσαίωνα, ο κομμουνισμός ήταν το καταφύγιο του ελεύθερου διανοητή που αναζητούσε την δική του τέλεια κοινωνία, την δική του ουτοπία. Ο Τόμας Μορ, ο Καμπανέλα και άλλοι αποτελούσαν από την μια την πιο χαρακτηριστική του έκφραση και ο Τόμας Μύντζερ και οι αναβαπτιστές ως κίνημα την πιο χαρακτηριστική ιστορική εκδήλωση κοινωνικής εξέγερσης με κομμουνιστικά προτάγματα στο έβγα του μεσαίωνα. Όταν εισέβαλε το εμπόριο σαν καθοριστικός ρυθμιστής των κοινωνιών και μετέτρεψε σχεδόν όλες τις κοινωνικές σχέσεις σε αντικείμενο δούναι-λαβείν, σε διαδικασία πλουτισμού, τότε ο κομμουνισμός μετατράπηκε σε πολεμική κραυγή. Πολεμική κραυγή των «ξεβράκωτων», των εξαθλιωμένων θυμάτων αυτής της νέας κατάστασης. Μια πολεμική κραυγή που δεν ακούστηκε μόνο στα οδοφράγματα και στις απανωτές κοινωνικές εξεγέρσεις, αλλά και στα γραπτά μιας ανελέητης σε βάθος και έκταση κριτικής της νέας πραγματικότητας.

Όταν με την επικράτηση της βιομηχανίας αναδείχθηκε το προλεταριάτο και φάνηκε από την πρώτη στιγμή η δυνατότητά του να συγκροτηθεί σε τάξη, τότε δημιουργήθηκαν οι ιδανικές συνθήκες για μια νέα σύγχρονη εκδοχή ενός μάχιμου κομμουνισμού, του επιστημονικού. Ο ιδρυτές του, Μαρξ και Ένγκελς,  κατέκτησαν τις επιστημονικές γνώσεις της εποχής τους για να δώσουν στην εργατική τάξη ένα όπλο ακριβείας, μια ειδική επιστήμη, την επιστήμη της ταξικής πάλης.

Αυτή η επιστήμη βασιζόταν στην εκτίμηση, πρώτο, ότι η εργατική τάξη για να συγκροτηθεί σε τάξη χρειάζεται την δική της πανεθνική οργάνωση σε κοινωνικό (συνδικάτα) και πολιτικό επίπεδο (κόμμα). Δεύτερο, ότι από την στιγμή που συγκροτηθεί σε τάξη μπορεί να διεκδικήσει την ηγεμονία του λαού και του έθνους ανάγοντας τα ταξικά της συμφέροντα σε γενικά συμφέροντα της κοινωνίας. Τρίτο, ότι η εργατική τάξη με τον υπόλοιπο λαό πρέπει και μπορούν να κατακτήσουν την ανεξαρτησία στον τρόπο σκέψης και δράσης του έναντι της κυρίαρχης ιδεολογία και πολιτικής. Τέταρτο, η εξουσία της εργατικής τάξης δεν είναι τίποτε άλλο παρά η χαμένη ευκαιρία για ολοκληρωτική επικράτηση της δημοκρατίας με σκοπό να ξεκινήσει η απονέκρωση του κράτους ως εκπροσώπου της κοινωνίας πάνω από αυτή την ίδια την κοινωνία.

Οι Μαρξ Ένγκελς έγραψαν το Μανιφέστο για ένα Κόμμα (Κομμουνιστικό Κόμμα) που δεν πίστευαν ότι πρέπει να υφίσταται ανεξάρτητο, δηλαδή έξω από τον τρόπο που οργανώνεται η ίδια η εργατική τάξη στην πράξη και στην βάση των πολιτικών προταγμάτων που η ίδια η ταξική πάλη έχει αναδείξει ως κορυφαία. Έτσι οι κομμουνιστές εκείνη την εποχή ήταν υποχρεωμένοι να ανήκουν στο Δημοκρατικό Κόμμα που είχε την οργανωμένη εργατική τάξη της εποχής του και πρότασσε την κατάκτηση της δημοκρατίας ως κεντρικό του στόχο. Με άλλα λόγια οι κομμουνιστές που ακολουθούσαν τις επιταγές της επιστήμης της ταξικής πάλης, αποδεικνύονταν χρήσιμοι στην εργατική τάξη όχι στη βάση των γενικών τους κομμουνιστικών διακηρύξεων, αλλά στην καθημερινή πάλη για την δική της οργάνωση και την κατάκτηση από αυτή την ίδια της δημοκρατίας.

Γι’ αυτό και ο Ένγκελς έλεγε τότε ότι ο κομμουνιστής στις μέρες μας είναι πρώτα και κύρια δημοκράτης. Ο κομμουνιστής λοιπόν δεν είναι εκείνος που μένει πιστός στο κόμμα του. Ούτε ξεχωρίζει από την ιδεολογική καθαρότητα των λόγων του. Δεν είναι κομουνιστής αυτός που μένει πιστός στο κόμμα του και φροντίζει πάντα να τονίζει την ιδεολογική του καθαρότητα. Δεν είναι κομμουνιστής τουλάχιστον με τους όρους της επιστήμης της ταξικής πάλης που εισήγαγε και ίδρυσε ο Μαρξ. Τέτοιους κομμουνιστές θα βρεις μόνο στο θεολογικό παρελθόν της κοινωνίας. Κομμουνιστής είναι εκείνος που μένει πάντα πιστός στην εργατική τάξη και στον λαό, ενώ ο κομμουνισμός του δεν είναι συνταγές για τα μαγειρεία του μέλλοντος, αλλά το κίνημα της αληθινής εργατικής τάξης ενάντια σε κάθε μορφή εκμετάλλευσης και καταπίεσης, όπως έγραφαν από την εποχή της Γερμανικής Ιδεολογίας οι Μαρξ-Ένγκελς.

Επομένως, ένας αληθινός – με την επιστημονική έννοια του όρου – κομμουνιστής σήμερα δεν μπορεί παρά να ξεφορτωθεί μια ώρα αρχύτερα το κόμμα του που η  ίδια η ιστορία το ξέβρασε, που η ίδια η εργατική τάξη το αποστρέφεται και που στην πράξη, όπως και στην ιδεολογία λειτουργεί ως κρατικοδίαιτος εκφραστής του κοινωνικού περιθωρίου με όλες τις τραγικές συνέπειες για τον αγώνα του λαού. Ο κομμουνιστής, που εμφορείται από την επιστήμη της ταξικής πάλης, δεν μπορεί να είναι ή να λειτουργεί ως Ιεχωβάς αναμένοντας πότε με χρόνια με καιρούς θα αναγεννηθεί το Κόμμα, που πάντα το αποδίδει με το «κ» κεφαλαίο, λες και πρόκειται για μεταφυσική ή θεολογική έννοια. Την αφοσίωσή του την οφείλει στην εργατική τάξη και στον λαό.

Εκεί θα δοκιμαστεί και θα αποδείξει την χρησιμότητά του. Αν μπορεί άμεσα στο επίπεδο της πράξης, αλλά και της θεωρίας, να βοηθήσει καταλυτικά τους ίδιους τους εργάτες, αλλά και τον λαό, όχι μόνο στον αγώνα τους, αλλά και στην δική τους αυτοτελή, ανεξάρτητη κινηματική και πολιτική οργάνωση. Μόνο αυτή την έννοια του κόμματος υπερασπίζεται ο κομμουνιστής και καμιά άλλη. Και σε καμιά περίπτωση ένα κόμμα που θεωρεί τον εαυτό του αναγκαίο, επειδή δήθεν η εργατική τάξη και ο λαός είναι ανίκανοι για ανεξάρτητη πολιτική έκφραση και δράση.

Να γιατί πιστεύω ότι το ΚΚΕ έχει χάσει κάθε ιστορική αξία σήμερα ως κομμουνιστικό κόμμα από την σκοπιά της εργατικής τάξης και του λαού. Αποτελεί το ερείπιο μιας άλλης ιστορικής εποχής, ένα σκιάχτρο του παλιού εαυτού του που χρησιμεύει στην άρχουσα τάξη για να τρομάζει την κοινωνία και να ξεφτιλίζει στα μάτια του εργαζόμενου ακόμη και την ίδια την έννοια του κόμματος της εργατικής τάξης. Γι’ αυτό και το σημερινό καθεστώς εξακολουθεί να το συντηρεί. Όπως άλλωστε συνέβη με πολλά κόμματα που άντλησαν τις απαρχές τους από την επιστήμη της ταξικής πάλης του Μαρξ. Τίποτε δεν είναι αιώνιο και τίποτε δεν μπορεί να επαναληφθεί στην ιστορία αυτούσιο, παρά μόνο ως καρικατούρα, ως φάρσα. Όπως θα συμβεί με όλους εκείνους που θα προσπαθήσουν μάταια να δημιουργήσουν ένα νέο, καλύτερο ΚΚΕ. Είναι καταδικασμένοι από τώρα να γίνουν αυτό που έλεγε ο Γκράμσι: εκτελεστές αποτυχημένων εκτρώσεων, υποκείμενοι στον ποινικό κώδικα της ιστορίας.

Ο αληθινός κομμουνιστής σήμερα – τουλάχιστον εκείνος με την έννοια που του έδιναν οι ιδρυτές του επιστημονικού κομμουνισμού – δεν θα τον βρεις στα διάφορα κομματικά σουαρέ της αριστεράς. Δεν πρόκειται να τον βρεις μέσα στις γραμμές του ΚΚΕ να αποδέχεται την δική του προσωπική ταπείνωση και την μετατροπή του σε κοινό χούλιγκαν, υπό την δικτατορία της πιο ανάξιας και ύποπτης ηγεσίας που έχει υπάρξει σ’ ολόκληρη την ιστορία αυτού του κόμματος. Δεν πρόκειται να τον βρεις σε ομάδες και ομίλους θεωρητικής ενόρασης. Ο κομμουνιστής, ο αληθινός κομμουνιστής γνωρίζει πολύ καλά πώς η θεωρία που θεμελιώνεται στην επιστήμη γεννιέται μέσα από την ταξική πάλη, μέσα από την άμεση εμπλοκή σ’ αυτήν. Δεν υπάρχει θεωρία που να υπηρετεί την επιστήμη της ταξικής πάλης, η οποία μπορεί να γεννηθεί στα θεωρία ή στις κερκίδες από απλούς θεατές των εξελίξεων.

Τον αληθινό κομμουνιστή σήμερα θα τον βρεις μέσα στην καρδιά της μάχης, στον αγώνα των κινημάτων αυτοοργάνωσης του λαού και προπαντός μέσα στα μέτωπα λαϊκής και εθνικής ενότητας – όπως είναι σήμερα μόνο το ΕΠΑΜ – στην ίδια την πάλη για την δημοκρατία. Ο αληθινός κομμουνιστής δεν είναι ιεροκήρυκας, ούτε ιερομάντης για να τον νοιάζει ο προσηλυτισμός στο δικό του δόγμα. Παλεύει για να υπάρξει αληθινή δημοκρατία όπου ο λαός να εκφράζεται και να δρα απολύτως ελεύθερα. Παλεύει για την ελευθερία του ίδιου του λαού να καθορίζει ο ίδιος τις τύχες του και όχι κάποιος «πατερούλης» στο όνομά του. Κι αν δεν αποδείξει στα μάτια του ίδιου του λαού, στην ίδια την πράξη – ακόμη και με την ζωή του αν χρειαστεί – ότι είναι ο πιο συνεπής δημοκράτης που μπορεί να υπάρξει και στην ώρα του εθνικού κινδύνου είναι ο πιο συνεπής και αδάμαστος πατριώτης με την πιο μεστή λαϊκή έννοια που υπάρχει, τότε οφείλει να χαθεί μια για πάντα από το ιστορικό προσκήνιο. Να ποιος είναι ο αληθινός κομμουνιστής σήμερα.

Μόνο έτσι μπορεί να ξαναποκτήσει αληθινό νόημα, όχι για μια δράκα μυημένων επιπέδου μασονικής στοάς, αλλά μέσα στον ίδιο τον λαό ευρύτερα και πιο ειδικά στους εργαζόμενους, ή τόσο κατασυκοφαντημένη και απαξιωμένη ιστορική έννοια του κόμματος της εργατικής τάξης. Όλοι οι άλλοι που αυτολανσάρονται ως καθαρόαιμοι κομμουνιστές, ακόμη κι αν προσεύχονται στον Μαρξ, δεν ανήκουν παρά στην θεολογική παράδοση του κομμουνισμού που όταν επιβλήθηκε στην κοινωνία δυστυχώς γέννησε τέρατα.

http://dimitriskazakis.blogspot.gr/2013/03/blog-post_14.html

Δ. Καζάκης: Ευρώ ή τρόικα και ολιγαρχία. Γράφει ο Ν. Κοτζιάς και απαντά ο Δ. Καζάκης

Γράφει ο Νίκος Κοτζιάς:

Συχνά μου θέτουν το ερώτημα κατά πόσο η έξοδος από το Ευρώ είναι η απάντηση στην κρίση. Πολλοί έντιμοι συμπολίτες πιστεύουν ότι η έξοδος από το Ευρώ είναι η λύση των προβλημάτων μας. Σε κάθε περίπτωση αγνοεί τη διεθνή πείρα του καπιταλισμού. Όπως το γεγονός ότι υπάρχουν εκατοντάδες χώρες που διαθέτουν το δικό τους νόμισμα και βρέθηκαν συχνά σε κρίση, ή βρίσκονται σε κρίση και σήμερα.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η κατοχή εθνικού νομίσματος αυξάνει τα περιθώρια άσκησης εθνικής οικονομικής πολιτικής. Μόνο που αυτά τα περιθώρια στον σημερινό κόσμο δεν είναι απεριόριστα.
Ακόμα και χώρες όπως είναι η Κίνα ή η Βραζιλία, η Μεγάλη Βρετανία και η Ιαπωνία που ανήκουν στις δέκα πλουσιότερες του κόσμου, γνωρίζουν σήμερα πόσο πεπερασμένες είναι οι δυνατότητες να ασκήσουν ανεξάρτητη νομισματική πολιτική, εξαιτίας της μεγάλης αλληλεξάρτησης στην εποχή της Παγκοσμιοποίησης. Γνωρίζουν, επίσης, ότι η όποια νομισματική τους αυτονομία δεν είναι αποτέλεσμα της κατοχής του ενός ή άλλου νομίσματος, αλλά του γεγονότος ότι διαθέτουν σχετικά ισχυρή οικονομία. Μόνο οι ΗΠΑ έχουν περισσότερη νομισματική αυτονομία διότι διαθέτουν μαζί με το δολάριο και «αεροπλανοφόρα».
Η νομισματική αυτονομία και δύναμη, συνδέεται με την ισχύ ενός κράτους, αλλά και με την πολιτική που αυτό ακολουθεί. Ευρώ έχει η Γερμανία, ευρώ έχει και η Ελλάδα. Άλλες οι επιπτώσεις στην πρώτη, άλλη στη δεύτερη. Η Αιτία; Η πολιτική και οικονομική ισχύς που διαθέτει η πρώτη, η αδυναμία και ο νεοραγιαδισμός που χαρακτηρίζουν τη δεύτερη. Συνολικά, τα νομίσματα έχουν σημαντικό ρόλο στην οικονομική ζωή μιας χώρας, αλλά δεν είναι αυτά που την καθορίζουν. Αντίθετα, αυτά ορίζονται και αξιοποιούνται ως εργαλείο από εκείνους που μπορούν να τα ορίζουν, να καθορίζουν την οικονομική και πολιτική εξουσία. Η αντιστροφή αυτής της σχέσης είναι λάθος.
Και αυτό διότι η έξοδος, επί παραδείγματι, από το Ευρώ με τις σημερινές κυρίαρχες ομάδες στην εξουσία απλά θα διασφαλίσει τη συνέχεια της ίδιας πολιτικής. Όποιος θεωρεί ότι της πολιτικής λύσης προηγείται εκείνη του νομίσματος, έχει αντιστρέψει τη σειρά των πραγμάτων. Έχει βάλει το κάρο ως φρένο κοινωνικών εξελίξεων εμπόδιο μπροστά από το άλογο, τα κινήματα.
Είναι γνωστό ότι η συντηρητικοί και ακροδεξιοί σε Σουηδία και Μεγάλη Βρετανία δεν θέλουν να ακούσουν για το Ευρώ. Αυτό δεν σημαίνει ότι κορώνα και στερλίνα, τα επιτόκια και οι συναλλαγματικές επιλογές τους είναι σε πλήρη ελευθερία. Πολύ λιγότερο ότι το Λονδίνο, επί παραδείγματι, μπορεί να λύσει τα μεγάλα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματά του με νομισματικά μάγια. Αρκεί να σκεφτεί κανείς ότι την τελευταία δεκαετία το Ηνωμένο Βασίλειο συνδύασε την μεγαλύτερη υποτίμηση νομίσματος ανάμεσα στα κράτη μέλη των G20 (σχεδόν 50%) με την μεγαλύτερη πτώση ανταγωνιστικότητας και εξαγωγών από όλες. Ασφαλώς το νόμισμα βοηθά την μία ή άλλη πολιτική, αλλά εκείνο που προέχει είναι ποιος καθορίζει την μία ή άλλη πολιτική, προς όφελος τίνος προωθείται αυτή.
Η διαφορά ανάμεσα σε μια προοδευτική και σε μια νεοφιλελεύθερη αντίληψη, είναι ότι η πρώτη θεωρεί ότι τα προβλήματα είναι πολιτικά-κοινωνικά. Ότι η πολιτική, το ποιόν αυτή εξυπηρετεί, καθορίζει και το πώς θα χειριστεί κανείς την οικονομική πολιτική και σε συνέχεια τη νομισματική. Αντίθετα οι νεοφιλελεύθεροι πιστεύουν ότι δεν χρειάζεται στην ουσία οικονομική πολιτική και πολιτική κοινωνική παρέμβαση. Ότι όλα θα τα λύσει το νόμισμα. Πολλοί από αυτούς που θεοποιούν την έξοδο από το ευρώ, στην ουσία είναι θύματα του νεοφιλελεύθερου τρόπου σκέψης: το νόμισμα είναι το παν, η πολιτική εξουσία έπεται.
Με τέτοιες περί νομίσματος απολυτότητες, απαλλάσσουν ουσιαστικά τις κυβερνήσεις των μνημονίων και όσους τις στηρίζουν, αφού αποδέχονται τα μνημονιακά διλήμματα: ή φεύγεις από το ευρώ, ή υποτάσσεσαι στα μνημόνια. Στην πραγματικότητα και η μία άποψη και η άλλη αγνοεί, ή θέλει να κάνει ότι δεν καταλαβαίνει, ότι η κυβέρνηση παραδόθηκε αμαχητί μέσα στους θεσμούς και τα όργανα της ΕΕ, χωρίς να κάνει χρήση των όπλων που διαθέτει η χώρα. Δηλαδή, τα βέτο, τα δικαστήρια, τις συμμαχίες και τις κινητοποιήσεις. Πρώτα παλεύει κανείς με όλα του τα όπλα και μετά εγκαταλείπει το πεδίο της μάχης, ακολουθεί νέα σχέδια. Αυτό είναι το αλφαβητάρι της πολιτικής.
onalert.gr

Απαντά ο Δημήτρης Καζάκης:

Ο κ. Κοτζιάς για μια ακόμη φορά μπερδεύεται στο ίσωμα. Τα ερωτήματα με το ευρώ και την ευρωζώνη είναι εξαιρετικά απλά. Με ποιον συγκεκριμένο τρόπο μπορούμε να έχουμε ευρώ χωρίς πολιτικές λιτότητας και καταστροφής; Γιατί δεν απαντά συγκεκριμένα πώς θα χρηματοδοτηθεί μια άλλου τύπου ανάπτυξη στην Ελλάδα υπέρ της πλειοψηφίας του ελληνικού λαού; Γιατί δεν μας λέει τίποτε για το πώς μέσα στο ευρώ και υπό το καθεστώς των μνημονίων της ευρωζώνης μπορεί να γίνει αναδιανομή εισοδήματος και πλούτου υπέρ των ασθενέστερων. Γιατί σε όλες τις χώρες της ευρωζώνης έχουν γκρεμιστεί τα εργασιακά και κοινωνικά δικαιώματα; Τυχαίο; Δεν νομίζω. Το ευρώ δεν απηχεί κρατικές πολιτικές. Ακόμη και σ’ αυτό κάνει λάθος ο κ. Κοτζιάς. Απηχεί συσχετισμούς δύναμης και κεφαλαίου στην διεθνή χρηματαγορά. Το ευρώ ελέγχεται απόλυτα από το ιδιωτικοποιημένο σύστημα τραπεζών της ευρωζώνης με επικεφαλής την ΕΚΤ και λειτουργεί ως μέσο προσέλκυσης κερδοσκοπικών κυρίως στις τραπεζικές αγορές ιδιωτικού και δημόσιου χρέους. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι το ιδιωτικό και δημόσιο χρέος εκτινάχτηκε για όλες τις χώρες της ευρωζώνης με την είσοδο του ευρώ. Ακόμη και τα κράτη είναι έρμαια αυτού του χρεογράφου επ’ ονόματι ευρώ που κατασκεύασαν οι τράπεζες προκειμένου να κερδοσκοπούν με τον δανεισμό κρατών, νοικοκυριών και επιχειρήσεων.
Με ένα νόμισμα σταθερής κυκλοφορίας, όπως είναι το ευρώ, που σχεδιάστηκε για να εξυπηρετεί και να εκφράζει κυρίαρχα τις διατραπεζικές αγορές και όχι την δυναμική των οικονομιών, δεν υπάρχει κανένα περιθώριο άλλης πολιτικής εκτός από μια διαρκή «εσωτερική υποτίμηση» σαν κι αυτήν που εφαρμόζεται στην Ελλάδα και σ’ όλες τις χώρες της ευρωζώνης. Για να παραμείνει ισχυρό το ευρώ στις διεθνείς αγορές είναι υποχρεωμένη η ευρωζώνη να υποστηρίζει διαρκώς τις τράπεζες και τα ενεργητικά τους σε βάρος της πραγματικής οικονομίας. Αυτό κάνει η «εσωτερική υποτίμηση»: υποτιμά την πραγματική οικονομία, το εισόδημα και την δουλειά του εργαζόμενου πρώτα και κύρια, μιας και δεν μπορεί να υποτιμηθεί το ευρώ. Να γιατί είναι αδύνατο να υπάρξει άλλη πολιτική εντός του ευρώ εκτός από την «εσωτερική υποτίμηση» για όλες τις χώρες και τις οικονομίες της ευρωζώνης. Καλό να ονειρεύεται κανείς ότι μπορεί να κάνει άλλα μέσα στο ευρώ, αλλά άλλο η φαντασία και άλλο η πραγματικότητα.
Ο κ. Κοτζιάς δεν φτάνει μόνο που δεν ασχολείται ούτε στο παραμικρό με την ουσία του ζητήματος που λέγεται ευρώ, αρνείται να ασχοληθεί και με ένα ακόμη κορυφαίο ζήτημα: Μπορεί να υπάρξει εθνική ανεξαρτησία μέσα στο ευρώ; Μπορεί ένας λαός και μια κυβέρνηση – ας την πούμε προοδευτική – να ελέγξει την οικονομία έχοντας το ευρώ και λειτουργώντας εντός της ευρωζώνης; Ο κ. Κοτζιάς δεν ακουμπά καν το ζήτημα αυτό. Γιατί; Μήπως είναι από εκείνους που στο όνομα του κοσμοπολιτισμού και της παγκοσμιοποίησης θεωρεί ότι η εθνική αυτοδιάθεση και ανεξαρτησία ενός λαού είναι ανέφικτη; Ο αγώνας για την εθνική ανεξαρτησία και την κυριαρχία του λαού συνιστά τον ακρογωνιαίο λίθο της δημοκρατίας και της προόδου. Δίχως την κατοχύρωσή τους δεν μπορεί να υπάρξει ούτε δημοκρατία, ούτε πρόοδος. Για τον κ. Κοτζιά όλα αυτά είναι ψιλά γράμματα της “αριστεράς και της προόδου” που ξέρει μόνο να αναμασά την αποικιοκρατική λογική των νεοναζί αρχιτεκτόνων του ευρώ και της ΕΕ.
Ο κ. Κοτζιάς καταλήγει με το εξής τραγελαφικό: “Πρώτα παλεύει κανείς με όλα του τα όπλα και μετά εγκαταλείπει το πεδίο της μάχης, ακολουθεί νέα σχέδια. Αυτό είναι το αλφαβητάρι της πολιτικής.” Όχι κ. Κοτζιά. Αυτό είναι το αλφαβητάρι της υποτέλειας. Όσο για τα όπλα που διαθέτει κανείς μέσα στο ευρώ και την ευρωζώνη είναι πραγματικά να γελά κανείς. Ποια όπλα; Ξεχνά ο κ. Κοτζιάς ότι η ευρωζώνη με το Δημοσιονομικό Σύμφωνο, που έχει τεθεί σε ισχύ από 1/1/2013, έχει αφαιρέσει την δικαιοδοσία από τις εθνικές κυβερνήσεις και τα κοινοβούλια στην σύνταξη του προϋπολογισμού και στην εποπτεία των οικονομιών τους; Ξεχνά ότι η ευρωζώνη έχει αποφασίσει την ενοποίηση του τραπεζικού συστήματος υπό τον απόλυτο έλεγχο της ΕΚΤ; Ξεχνά ότι από τις 12/9/2012 έχει επίσημα ξεκινήσει να οικοδομείται η Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία που προϋποθέτει την κατάλυση των εθνικών κρατών; Πώς σκέφτεται να παλέψει ο κ. Κοτζιάς εντός της ευρωζώνης όταν ο κ. Μπαρόζο έχει ήδη ανακοινώσει ότι δεν αναγνωρίζει η εθνική κυριαρχία των κρατών μελών και ότι αντικαθίσταται με την “συλλογική κυριαρχία” των οργάνων της ΕΕ; Σε λίγο ούτε καν ελληνική ιθαγένεια θα υπάρχει έναντι της υπερισχύουσας ευρωπαικής προκειμένου η εθνική επικράτεια να περάσει στην “συλλογική κυριαρχία” των Ευρωπαίων.
Ας αφήσουμε τον κ. Κοτζιά να παλεύει με ανύπαρκτα όπλα εντός της ευρωζώνης, όπως ο Δον Κιχώτης πάλευε για την φανταστική Δουλτσινέα του εναντίον των τρομερών Ανεμόμυλων. Άλλωστε έχει προσωπική εμπειρία από τέτοιες μάχες. Μην ξεχνάμε ότι τα περισσότερα χρόνια της δεκαετίας του 2000 ήταν προσωπικός σύμβουλος και φίλος του Γιώργου Παπανδρέου, όπου προφανώς πάλευε από μέσα να τον αλλάξει, αλλά τελικά κατέληξε να μας τον φορτώσει ως κυβερνήτη της Ελλάδας μόνο και μόνο για πουλήσει την χώρα και τον λαό της όπως κάθε τυπικός δωσίλογος. Αν είναι να κάνουμε τέτοια πάλη από τα μέσα πρώτα, σαν αυτές που ξέρει να δίνει ο κ. Κοτζιάς, καλύτερα να μας λείπει. Όπως ξέρει κάθε Έλληνας αγωνιστής πατριώτης από την εποχή της εθνικής απελευθέρωσης, οι κοσμοπολίτικες απολυταρχίες – όπως ήταν παλιά οι αυτοκρατορίες και σήμερα οι υπερεθνικές ολοκληρώσεις – δεν παλεύονται από μέσα, ανατρέπονται με την δύναμη της ενότητας του λαού που παλεύει για την εθνική του αυτοδιάθεση, για εθνική ανεξαρτησία και κυριαρχία προκειμένου να κατακτήσει την δημοκρατία και την πρόοδο στον τόπο του.

Η λιτανεία του ευρώ και η σημασία του εθνικού νομίσματος

Ας αφήσουμε προς στιγμή τον κ. Σαμαρά να ψάχνει εναγωνίως την ανάπτυξη στα αποκαΐδια της ευρωκρατούμενης Ελλάδας, τον κ. Βενιζέλο να ψάχνει για το κόμμα του, τον κ. Κουβέλη να ψάχνει από πού να κρατηθεί, τον κ. Τσίπρα να το παίζει παράγοντας  διεθνούς βεληνεκούς ως άλλος Παπανδρέου, τον κ. Καμμένο να φυλάει καραούλι μπας και του μείνει κανένας βουλευτής και την κ. Παπαρήγα να ξεφτιλίζει με τον χειρότερο τρόπο το κόμμα της. Ας τους αφήσουμε όλους αυτούς κι ας ασχοληθούμε με τα σοβαρά. Με αυτά δηλαδή που αρνούνται να ασχοληθούν όλοι αυτοί.

Έχετε προσέξει τι συμβαίνει όταν μιλούν για το ευρώ; Όλοι τους κάνουν σαν να μιλούν για τα ιερά και όσια, ενώ η κ. Παπαρήγα αρκείται να το ξορκίζει ως τυπικός οπαδός παραθρησκευτικού δόγματος. Όλοι τους στηρίζονται, με την βοήθεια του επίσημου και ανεπίσημου συστήματος μαύρης προπαγάνδας, σ’ έναν φετιχισμό του νομίσματος. Αυτός ο φετιχισμός στηρίζεται στο γεγονός ότι ο κοινός άνθρωπος πιστεύει πώς το ευρώ, ή όποιο άλλο χαρτονόμισμα είναι το ίδιο πράγμα, αρκεί να το έχει στην τσέπη του. Κι επομένως το πιο «ακριβό» νόμισμα σε συναλλακτική αξία, θεωρείται και ως το πιο πολύτιμο νόμισμα. Έτσι το ευρώ ως ένα από τα παγκόσμια αποθεματικά νομίσματα, ως «σκληρό» νόμισμα των διεθνών συναλλαγών, νομίζει ο απλός κόσμος ότι είναι πιο πολύτιμο από κάποιο εθνικό νόμισμα που αφορά μια μικρή οικονομία. Σ’ αυτήν την εντύπωση βασίζεται η ισχύς του ευρώ στην κοινή γνώμη.

Βέβαια, αυτό δεν είναι παρά μόνο μια εντύπωση και τίποτε παραπάνω. Μια εντύπωση που όλο και περισσότερο έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την ζωντανή πραγματικότητα που γίνεται ολοένα και πιο ζοφερή για τα λαϊκά νοικοκυριά. Κι έτσι ένα όλο και μεγαλύτερο μέρος της κοινής γνώμης μεταστρέφεται και οριοθετείται απέναντι στο ευρώ, καθώς το ένστικτο της επιβίωσης το οδηγεί αλάνθαστα να αντιληφθεί ότι δεν μπορεί να διακινδυνεύει η ίδια η ζωή της κοινωνίας στο βωμό του «ισχυρού» ευρώ. Πολύ σύντομα η ίδια η ζωή θα επιβάλλει στην μεγάλη πλειοψηφία του ελληνικού λαού την εγκατάλειψη του ευρώ ως μονόδρομο για την ίδια την επιβίωσή του.

Αυτή η μεταστροφή της κοινής γνώμης και της συνείδησης του ελληνικού λαού απέναντι στο ευρώ οφείλεται σε τελευταία ανάλυση και η κατάσταση εσωτερικών τριγμών και διάλυσης που παρατηρείται όχι μόνο στα κόμματα της συγκυβέρνησης, αλλά και στα κόμματα της αντιπολίτευσης. Σε λίγο καιρό όλες οι ηγεσίες των κομμάτων θα τρέμουν να ξεστομίσουν κάτι θετικό υπέρ του ευρώ και κάτω από την πίεση της ογκούμενης λαϊκής οργής τα κόμματα του «ευρωπαϊκού προσανατολισμού» θα καταρρεύσουν μέσα σε φαγωμάρες, ανταγωνισμούς, διχόνοιες όλων των ειδών, αλλά και σ’ ένα πολιτικό ξεκατίνιασμα άνευ προηγουμένου, όπως συμβαίνει σήμερα με τους Ανεξάρτητους Έλληνες. Μόνο το ΚΚΕ θα παραμείνει έτσι όπως είναι σήμερα. Μια δύναμη που όλο και περισσότερο βυθίζεται στο περιθώριο παίρνοντας όλο και πιο καθολικά χαρακτηριστικά παραθρησκευτικού αναχωρητισμού.

Κοινή συνισταμένη όλων η πλήρης αδυναμία να εξηγήσουν αυτό που συμβαίνει με το ευρώ. Πώς γίνεται και το «ισχυρό» νόμισμα παράγει τέτοια καταστροφή, τέτοια γενικευμένη χρεοκοπία; Όλοι έχουν μια και μόνη εξήγηση. Την κακή εφαρμογή. Προφανώς, λένε, τα προβλήματα οφείλονται στα μίγματα πολιτικής και γενικά στην διαχείριση του νομίσματος. Δεν φταίει η συνταγή, αλλά ο τρόπος εκτέλεσης. Κι έτσι οι απανταχού πιστοί του ευρώ σχεδιάζουν μια ακόμη πιο θανατηφόρα δόση της ίδιας συνταγής, αγνοώντας τις εκατόμβες των θυμάτων και τις καταστροφές που θα προξενήσει στους λαούς και τις οικονομίες. Ενώ κάποιοι άλλοι στην «ροζουλί αριστερά», όπως ονόμασε το κόμμα του ο ίδιος ο κ. Τσίπρας στο φετινό φεστιβάλ της KOE, ονειρεύονται ότι αρκεί να αλλάξουν το μίγμα πολιτικής με το ευρώ για να αντιμετωπίσουν τα οξυμένα προβλήματα του λαού και της χώρας. Στο κάτω-κάτω της γραφής, όπως με αφέλεια λένε, το ίδιο δεν είναι; Τι ευρώ, τι δραχμή.

Το ίδιο λένε και από το ΚΚΕ, αλλά αυτοί τα ρίχνουν όλα στον καπιταλισμό με το αφοπλιστικό «για όλα φταίει ο καπιταλισμός»! Μεγαλοφυής διαπίστωση, η οποία οδηγεί και σε μια άλλη ακόμη πιο εντυπωσιακή. Από την στιγμή που είναι καπιταλισμός τι να το κάνεις, μια από τα ίδια! Κι έτσι ο καπιταλισμός με ισχυρό εργατικό κίνημα και κατακτήσεις της εργασίας εξομοιώνεται με τον καπιταλισμό της πείνας και της εξαθλίωσης, ενώ ο καπιταλισμός της δημοκρατίας για τον λαό εξομοιώνεται με τον καπιταλισμό του φασισμού και της αποικιοκρατίας. Όλα στο ίδιο τσουβάλι, όλα  ένας αχταρμάς για να κρύψουν την προϊούσα συνθηκολόγησή τους μπροστά στον αντίπαλο.

Η άρχουσα τάξη γνωρίζει πολύ καλά πώς σκυλί που γαυγίζει αντικαπιταλιστικά δεν δαγκώνει, δεν είναι επικίνδυνο. Ο κίνδυνος ξεκινά γι’ αυτήν από την στιγμή που η αντιπαράθεση αρχίσει να γίνεται πάνω σε συγκεκριμένα μέτωπα και προτάσεις διεξόδου από σήμερα. Πάνω στο έδαφος του δικού της συστήματος και ταυτόχρονα υπερβαίνοντας τα όρια αυτού του συστήματος. Με οδηγό όχι κάποια γενική ιδεολογία, ή κάποιες δήθεν σιδερένιες νομοτέλειες που βρίσκονται αποκλειστικά και μόνο σε εγχειρίδια ευνουχισμού της ελεύθερης σκέψης και της ζωντανής πραγματικότητας, αλλά τα άμεσα πρακτικά συμφέροντα της μεγάλης πλειοψηφίας του λαού όπως η ίδια τα αντιλαμβάνεται και τα υπερασπίζει.

Κι όμως, μπορεί να ξαφνιαστούν ορισμένοι, αλλά δεν είναι όλα τα νομίσματα ίδια. Όχι γιατί δεν έχουν την ίδια αξία, αλλά γιατί δεν αντιπροσωπεύουν τα ίδια πράγματα ακόμη κι όταν υπηρετούν την ίδια οικονομία. Το νόμισμα δεν έχει από μόνο του καμιά αξία. Είναι σύμβολο αξίας. Αποτυπώνει δηλαδή την αξία που του δίνει η οικονομία. Άλλοτε υπερτιμημένη κι άλλοτε υποτιμημένη με βάση τις συγκυρίες και τον χαρακτήρα της οικονομίας. Η ίδια η ετυμολογία του συνδέει το νόμισμα με το νομίζω και τον νόμο. Δεν είναι καθόλου τυχαίο. Πρόκειται για την συμβατική απεικόνιση της αξίας των εμπορευμάτων και του κεφαλαίου στην αγορά.

Επομένως αυτός που κατέχει και εκδίδει το νόμισμα ουσιαστικά ελέγχει την κυκλοφορία των εμπορευμάτων και των κεφαλαίων. Στις απαρχές αυτοί που εξέδιδαν και κατείχαν το νόμισμα ήταν οι ιδιώτες τραπεζίτες. Χάρις σ’ αυτό το μονοπωλιακό τους προνόμιο θησαύριζαν σε βάρος όλων των άλλων συντελεστών που είχαν ανάγκη από χρήμα. Πολύ γρήγορα ανακάλυψαν πώς αντί να παράγουν νόμισμα σε μεγάλες ποσότητες και να κινδυνεύουν να πλημμυρίσει η αγορά και έτσι να χάσει την αξία του, καλύτερα θα ήταν να δανείζουν όσους ήθελαν περισσότερο χρήμα αντλώντας τόκους ως ανταμοιβή και κέρδος.

Εκατοντάδες χρόνια πριν, οι τραπεζίτες άρχισαν να ειδικεύονται, με τους πλουσιότερους
και με μεγαλύτερη επιρροή από αυτούς να συνδέονται όλο και περισσότερο με το εξωτερικό εμπόριο και τις πράξεις συναλλάγματος. Δεδομένου ότι αυτοί ήταν πιο πλούσιοι και πιο κοσμοπολίτες και επειδή ασχολούνταν όλο και περισσότερο με ζητήματα πολιτικής σημασίας, όπως είναι η σταθερότητα και η υποτίμηση των νομισμάτων, ο πόλεμος και η ειρήνη, οι γάμοι ανάμεσα σε δυναστείες, τα εμπορικά μονοπώλια σε όλο τον κόσμο, έγιναν χρηματοδότες και οικονομικοί σύμβουλοι των κυβερνήσεων. Επιπλέον, είχαν πάντα εμμονή με τη σταθερότητα των νομισματικών συναλλαγών και χρησιμοποίησαν την εξουσία και την επιρροή τους για να πετύχουν δύο πράγματα:

1) Να πάρουν στα χέρια τους όλα τα χρήματα και τα χρέη που εκφράζονται από ένα εξαιρετικά περιορισμένο εμπόρευμα – τελικά τον χρυσό.

2) Να πάρουν στα χέρια τους όλα τα νομισματικά θέματα μακριά από τον έλεγχο των κυβερνήσεων και της πολιτικής εξουσίας, με το αιτιολογικό ότι θα πρέπει να αντιμετωπίζονται καλύτερα από ιδιωτικά συμφέροντα τραπεζών με όρους μιας τέτοιας σταθερής αξίας του χρυσού.

Όσο πιο περιορισμένη και σπάνια ήταν η διάθεση του χρυσού και όσο περισσότερο βρισκόταν στα χέρια αποκλειστικά των τραπεζιτών, τόσο μεγαλύτερα ήταν τα κέρδη τους. Όπως ο φεουδάρχης που κατέχει το μονοπώλιο στη γη αποσπά την γαιοπρόσοδο από τον αγρότη και την κοινωνία, βασισμένος στο γεγονός ότι δεν υπάρχει άλλη διαθέσιμη γη, έτσι και ο τραπεζίτης. Όσο κρατά στα χέρια του το μονοπώλιο του νομίσματος και του δανεισμού, τόσο μεγαλύτερα κέρδη μπορεί να αποκομίσει με την μορφή τόκων και άλλων ανταλλαγμάτων. Ιδίως όταν υπάρχει μεγάλη ανάγκη για χρήμα στην οικονομία. Όποιος θέλει να αυξήσει τον τζίρο του δεν έχει παρά να καταφύγει στον τραπεζίτη για να δανειστεί κι έτσι να εκτεθεί στην τοκογλυφία της τράπεζας.

Η τραπεζική πίστη ήταν γνωστή στους Ιταλούς και τους Ολλανδούς πολύ πριν γίνει ένα από τα μέσα της αγγλικής παγκόσμιας κυριαρχίας. Παρ ‘όλα αυτά, η ίδρυση της Τράπεζας της Αγγλίας από τον Ουίλλιαμ Πάτερσον και τους φίλους του το 1694 ήταν ένα από τα πιο σημαντικά ορόσημα στην ιστορία της σύγχρονης οικονομίας. Για γενιές, οι τραπεζίτες είχαν επιδιώξει να αποφύγουν το ένα σοβαρό μειονέκτημα του χρυσού, το βάρος του, χρησιμοποιώντας κομμάτια από χαρτί που εκπροσωπούσαν συγκεκριμένα κομμάτια του χρυσού. Σήμερα, καλούμε τέτοια χαρτιά πιστοποιητικά χρυσού που δίνουν το δικαίωμα στον κομιστή να το ανταλλάξει με ένα κομμάτι χρυσού επί τη εμφανίσει, όπως συνηθίζουν να αναγράφουν πάνω τους. Όμως εν όψει της ευκολίας του χαρτιού, μόνο ένα μικρό ποσοστό των κατόχων τέτοιου πιστοποιητικού ζητούσε την εξαργύρωσή του με χρυσό. Από νωρίς έγινε σαφές ότι ο χρυσός που χρειάζεται να υπάρχει είναι μόνο ένα μικρό κλάσμα των πιστοποιητικών που διακινούνται. Αυτή η υπέρβαση του όγκου των χάρτινων αξιώσεων σχετικά με τα αποθέματα χρυσού είναι αυτά που ονομάστηκαν τελικά χαρτονομίσματα.

Στην πραγματικότητα, η δημιουργία του πιστοποιητικών χαρτιού σε ποσότητα πολύ μεγαλύτερη από τα διαθέσιμα αποθέματα σημαίνει ότι οι τραπεζίτες δημιουργούν χρήμα από το τίποτα. Το ίδιο πράγμα θα μπορούσε να γίνει και με άλλο τρόπο, όχι από τις εκδοτικές τράπεζες, δηλαδή από τις τράπεζες που εκδίδουν το νόμισμα, αλλά και από τις καταθετικές τράπεζες. Οι τραπεζίτες ανακάλυψαν ότι οι διαταγές πληρωμής και οι επιταγές που εκδίδονται έναντι των καταθέσεων από τους καταθέτες και να δίδονται σε τρίτα πρόσωπα συχνά δεν έχουν εισπραχθεί από τον τελευταίο, αλλά έχουν κατατεθεί στους δικούς τους λογαριασμούς. Έτσι δεν υπήρχαν πραγματικές κινήσεις κεφαλαίων, και οι πληρωμές γίνονταν απλά με λογιστικές εγγραφές στους λογαριασμούς.

Ως εκ τούτου, ήταν απαραίτητο για τον τραπεζίτη να κρατά διαθέσιμα σε πραγματικό χρήμα (χρυσό, εντάλματα και χαρτονομίσματα) όχι περισσότερο από το ποσοστό των καταθέσεων που ενδέχεται να αναληφθούν και να εξαργυρωθούν. Το υπόλοιπο θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για δάνεια και αν αυτά τα δάνεια έγιναν δημιουργώντας μια κατάθεση για τον οφειλέτη, ο οποίος με τη σειρά του θα ήθελε να χρησιμοποιήσει επιταγές και όχι πραγματικό χρήμα, αυτές οι «νεοδημιουργηθείσες καταθέσεις» ή τα δάνεια θα μπορούσαν επίσης να καλύπτονται επαρκώς με τη διατήρηση αποθεμάτων σε μόνο ενός κλάσματος της αξίας τους. Αυτές οι καταθέσεις, επίσης, ήταν μια δημιουργία χρήματος από το τίποτα. Ο Ουίλλιαμ Πάτερσον, όταν απέκτησε τον καταστατικό χάρτη της Τράπεζας της Αγγλίας, είπε ότι «η Τράπεζα έχει το όφελος των τόκων για όλα τα χρήματα που δημιουργεί από το τίποτα.»

Για να δημιουργεί όμως η τράπεζα χρήμα από το τίποτα θα πρέπει να έχει το μονοπώλιο της έκδοσης νομίσματος και δανεισμού. Να ελέγχει τον διαθέσιμο χρυσό και να τις καταθέσεις. Με τον τρόπο αυτό οποιοσδήποτε χρειάζεται χρήμα ως καταναλωτής, είτε ως επιχειρηματίας θα πρέπει αναγκαστικά να πάει στην τράπεζα και να το δανειστεί. Κι όταν η τράπεζα ελέγχει το διαθέσιμο πραγματικό χρήμα μπορεί και δανείζει πολλές φορές περισσότερο από την αξία του πραγματικού χρήματος που διαθέτει σε νόμισμα και καταθέσεις. Με αυτόν τον τρόπο οι τράπεζες αρμέγουν την οικονομία για χρήμα που δάνεισαν ενώ το δημιούργησαν από το τίποτα.

Η κατάσταση αυτή εξέθεσε από την αρχή ολόκληρη την οικονομία στη νεοφεουδαρχική εκμετάλλευση των τραπεζιτών. Η τοκογλυφία με τα δάνεια, οι χρεοκοπίες και τα απανωτά κραχ ήταν το αποτέλεσμα. Για να σπάσει το μονοπώλιο των τραπεζιτών στην έκδοση του νομίσματος και τον έλεγχο της πίστης, άρχισε να αναπτύσσεται ένα ολόκληρο κίνημα που συνέδεε την δημοκρατία με την ανάγκη το κράτος να πάρει στα χέρια την έκδοση του νομίσματος και τον έλεγχο της πίστης. Μια από τις πιο χαρακτηριστικές δηλώσεις αυτής της μεταστροφής ήταν εκείνη του Αβραάμ Λίνκολ το 1865:

«Το χρήμα είναι δημιούργημα του Νόμου, και έτσι η δημιουργία της πρωτότυπης έκδοσης του χρήματος θα πρέπει να διατηρηθεί ως το αποκλειστικό μονοπώλιο της εθνικής κυβέρνησης. Το χρήμα δεν έχουν καμία αξία για το κράτος άλλο από εκείνο που του έχουν ανατεθεί από την κυκλοφορία…
Δεν υπάρχει πιο επιτακτικό καθήκον για μια κυβέρνηση από το καθήκον που οφείλει στον λαό να του παράσχει ένα υγιές και ομοιόμορφο νόμισμα, καθώς και της ρύθμισης της κυκλοφορίας του μέσου της ανταλλαγής, έτσι ώστε η εργασία θα πρέπει να προστατεύεται από ένα φαύλο νόμισμα, και το εμπόριο θα διευκολύνεται από φθηνή και ασφαλή ανταλλαγή…

Οι νομισματικές ανάγκες του αυξανόμενου αριθμού με υψηλότερο βιοτικό επίπεδο μπορεί και πρέπει να επιτευχθεί από την κυβέρνηση. Οι ανάγκες αυτές μπορούν να καλυφθούν από την έκδοση ενός εθνικού νομίσματος και πιστωτικών μέσων διαμέσου της λειτουργίας ενός εθνικού τραπεζικού συστήματος. Η κυκλοφορία ενός μέσου συναλλαγής που εκδίδεται και υποστηρίζεται από την κυβέρνηση μπορεί να ρυθμιστεί και το θέμα του πλεονασμού μπορεί αποφευχθεί με την απόσυρση από την κυκλοφορία των ποσών που είναι αναγκαία διαμέσου της φορολογίας, της εκ νέου κατάθεσης και αλλιώς. Η κυβέρνηση έχει τη δύναμη να ρυθμίζει το νόμισμα και την πίστη του έθνους.

Η κυβέρνηση θα πρέπει να εγγυηθεί το νόμισμα, την πίστη και τις τραπεζικές καταθέσεις της χώρας. Κανένα άτομο δεν πρέπει να υποστεί απώλεια χρημάτων λόγω υποτίμησης, ή ανατίμησης του νομίσματος, ή πτώχευση Τράπεζας.

Η κυβέρνηση, που διαθέτει τη δύναμη να δημιουργεί και να εκδίδει νόμισμα και πίστη ως χρήμα και απολαμβάνει το δικαίωμα να αποσύρει όσο νόμισμα και πίστη είναι αναγκαίο από την κυκλοφορία με τη φορολογία ή αλλιώς, δεν χρειάζεται και δεν πρέπει να δανειστεί κεφάλαια με τόκο ως μέσο χρηματοδότησης του κυβερνητικού έργου και της δημόσιας επιχείρησης. Η κυβέρνηση πρέπει να δημιουργεί, να εκδίδει και να κυκλοφορεί το σύνολο των νομισμάτων και πιστώσεων που απαιτούνται για να ικανοποιήσει τις δαπάνες της κυβέρνησης και την αγοραστική δύναμη των καταναλωτών. Το προνόμιο της δημιουργίας και έκδοσης χρήματος είναι, όχι μόνο το ανώτατο αποκλειστικό προνόμιο της κυβέρνησης, αλλά αποτελεί τη μεγαλύτερη δημιουργική ευκαιρία της κυβέρνησης.

Με την υιοθέτηση αυτών των αρχών, θα ικανοποιηθεί η πολύχρονη ανάγκη για ένα ενιαίο μέσο. Οι φορολογούμενοι θα γλυτώσουν τεράστια ποσά από τόκους, εκπτώσεις  και συναλλαγές. Η χρηματοδότηση όλων των δημόσιων επιχειρήσεων, η διατήρηση μιας σταθερής κυβέρνησης και ομαλής προόδου, καθώς και η συμπεριφορά του Δημοσίου Ταμείου θα γίνει ζήτημα πρακτικής διοίκησης. Οι άνθρωποι μπορούν και θα πρέπει να διαθέτουν ένα νόμισμα τόσο ασφαλές, όσο η δική τους κυβέρνηση. Το χρήμα θα πάψει να είναι ο αφέντης και θα γίνει ο υπηρέτης της ανθρωπότητας. Η δημοκρατία θα γίνει ανώτερη από την δύναμη του χρήματος.»

Η δήλωση αυτή έγινε από τον Λίνκολ λίγο πριν την λήξη του εμφυλίου πολέμου των ΗΠΑ και συνδεόταν με την ανάγκη αναγέννησης της δημοκρατίας στο έδαφος των Ηνωμένων Πολιτειών στη βάση της λαϊκής κυριαρχίας. Λίγες εβδομάδες αργότερα, δολοφονήθηκε. Η δημοκρατία στην οποία επένδυε ο Λίνκολ έμεινε αγέννητη, όπως και η δημιουργία κρατικού εθνικού νομίσματος και πίστης. Ακόμη και σήμερα οι ΗΠΑ διαθέτουν εθνικό νόμισμα, αλλά το αποκλειστικό δικαίωμα έκδοσης ανήκει στην Ομοσπονδιακή Τράπεζα που ελέγχεται από ιδιώτες τραπεζίτες.

Το εθνικό κρατικό νόμισμα ήταν η απάντηση της δημοκρατίας, της λαϊκής κυριαρχίας στο μονοπώλιο των ιδιωτικών τραπεζών στην έκδοση χρήματος και της πίστης, ώστε να μην δημιουργείται χρήμα από το τίποτα. Το εθνικό κρατικό νόμισμα απηχεί την δυναμική της εθνικής οικονομίας και αντιστοιχεί στις συναλλαγές, την ταχύτητα της κυκλοφορίας του χρήματος, το εισόδημα και στις επενδύσεις της εθνικής οικονομίας. Αντιστοιχεί δηλαδή σε πραγματικές υλικές αξίες παραγωγής προϊόντων και υπηρεσιών μιας οικονομίας. Αντίθετα από το νόμισμα που παράγουν οι ιδιωτικές τράπεζες με μόνο κριτήριο το κέρδος εκμεταλλευόμενες τις ανάγκες κεφαλαίου και χρήματος της οικονομίας.

Το εθνικό κρατικό νόμισμα αποτελεί την απάντηση της δημοκρατίας στην μονοκρατορία των ιδιωτικών τραπεζών και στο νεοφεουδαρχικό μονοπώλιο που ασκούσαν στην διάθεση του χρήματος. Με πολλούς αγώνες κατορθώθηκε να εισαχθεί το εθνικό κρατικό νόμισμα στις περισσότερες χώρες μόλις μετά το τέλος του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, ώστε να απαλλαγούν οι κοινωνίες από την δικτατορία των τραπεζιτών. Το 1945 εθνικοποιείται η πρώτη κεντρική τράπεζα στον κόσμο, η Τράπεζα της Αγγλίας και από τότε ξεκίνησε ένα μεγάλο κύμα ίδρυσης εθνικών κρατικών νομισμάτων. Ειδικά σε χώρες σαν την δική μας με μεγάλα αναπτυξιακά και παραγωγικά ελλείμματα.

Τα λέμε όλα αυτά γιατί η εισαγωγή του ευρώ μας γύρισε αιώνες πίσω. Όχι μόνο την Ελλάδα, αλλά όλες τις χώρες της Ευρώπης που συμμετείχαν στο ευρωσύστημα. Με το ευρώ ο έλεγχος του νομίσματος και της έκδοσής του ξαναγύρισε στους ιδιώτες τραπεζίτες. Κι αυτή την φορά όχι σε μια χώρα, αλλά σε μια ολόκληρη σειρά χωρών όπου επιβλήθηκε καθεστώς ανοιχτών συνόρων και ελεύθερων συναλλαγών κεφαλαίου. Η ΕΚΤ είχε εξαρχής σαν μοναδική αποστολή να αφαιρέσει το εκδοτικό δικαίωμα από τα κράτη και την νομισματική κυριαρχία από τις κυβερνήσεις. Από την στιγμή που εισήχθηκε το ευρώ όποιος ήθελε χρήμα, ή κεφάλαια, θα έπρεπε να τα πάει να τα δανειστεί από τις ιδιωτικές τράπεζες, οι οποίες δάνειζαν με όρους διεθνών αγορών.

Επιπλέον το ευρώ είναι νόμισμα σταθερής νομισματικής κυκλοφορίας κι έτσι ενώ εκφράζει άριστα την διόγκωση των συναλλαγών με χρέος δεν μπορεί να εκφράσει τις οικονομίες. Καμιά από τις οικονομίες της ευρωζώνης, ακόμη και τις πιο ισχυρές. Το ευρώ κόβεται και ράβεται ανάλογα με την κυκλοφορία του κεφαλαίου και μάλιστα του δανειακού κεφαλαίου στις αγορές της ευρωζώνης και παγκόσμια. Γι’ αυτό και η σταθερότητά του προϋποθέτει μεγάλους όγκους δανεισμού, μεγάλες αγορές χρέους, υπερτροφικές τελικά τράπεζες, χρηματαγορές και επενδυτικά κεφάλαια. Με ένα τέτοιο νόμισμα σε κυκλοφορία καμιά οικονομία δεν μπορεί να γλυτώσει την υπερχρέωση. Ακόμη και η Γερμανική, παρά τα τεράστια εμπορικά της πλεονάσματα. Δεν είναι τυχαίο ότι στα χρόνια του ευρώ η Γερμανική οικονομία υπερδιπλασίασε το δημόσιο χρέος της, ενώ εκτινάχτηκε σε πρωτοφανή επίπεδα το ιδιωτικό χρέος της.

Όσο πιο ελλειμματικές ήταν οι οικονομίες της ευρωζώνης τόσο μεγαλύτερες ευκαιρίες για δανεισμό και κέρδη πρόσφεραν στις τράπεζες. Γι’ αυτό και η προτίμηση της επέκτασης της ευρωζώνης σε χώρες με τρομακτικές ανάγκες εισροής κεφαλαίων. Όσο μεγαλύτερη η εξάρτηση μιας χώρας από ξένα κεφάλαια, τόσο μεγαλύτερες ευκαιρίες τοκογλυφίας και κερδοσκοπίας για τις τράπεζες. Μέσα στο ευρώ οι τράπεζες βρήκαν την ευκαιρία να μετατρέψουν χώρες που πριν ήταν εξαγωγικές κατά κύριο λόγο οικονομίες σε κεφάλαια, σε εισαγωγικές κάτω από την πίεση των ανοιχτών συνόρων και της ανώτερης παραγωγικότητας κυρίως της Γερμανίας.

Έτσι η καθαρή εξαγωγή κεφαλαίων από την Γερμανία ως ποσοστό του ΑΕΠ της ήταν το 2000 μόλις στο 3,3%, ενώ το 2010 έφτασε το 35%, ενώ το 2011 το 33%. Η Τσεχία που το 2000 ήταν καθαρά εισαγωγική χώρα σε κεφάλαια της τάξης του 8,5% του ΑΕΠ, το 2011 ξεπέρασε το 49% του ΑΕΠ της. Η Κύπρος το 2007, μια χρονιά πριν την ένταξή της στο ευρώ, ήταν καθαρά εξαγωγική χώρα κεφαλαίων της τάξης του 12% του ΑΕΠ της, κατάντησε να είναι χώρα καθαρής εισαγωγής κεφαλαίων το 2011 της τάξης του 71% του ΑΕΠ. Η Γαλλία που το 2001 ήταν καθαρά εισαγωγέας κεφαλαίων της τάξης του 2% του ΑΕΠ της, το 2011 έφτασε να είναι καθαρά εισαγωγέας κεφαλαίων της τάξης του 15% του ΑΕΠ της. Η Ελλάδα ήταν παραδοσιακά καθαρά εισαγωγική κεφαλαίων οικονομία. Το 2001 η καθαρή εισαγωγή κεφαλαίων ανερχόταν στο 46,5% του ΑΕΠ, ενώ το 2010 έφτασε στο κορυφαίο ύψος του 98,4%, για να πέσει τον επόμενο χρόνο λόγω της κρίσης στο 86% του ΑΕΠ.

Όσο μεγάλωναν οι ανάγκες των οικονομιών για κεφάλαια, τόσο αύξαιναν τα χρέη των οικονομιών (ιδιωτικά και δημόσια) και οι δυνατότητες των τραπεζών για κερδοσκοπία. Έτσι λειτουργεί το ευρώ και γι’ αυτό είναι ένα νόμισμα που παράγει χρέη για όλους. Μόνο που οι οικονομίες καθαρής εξαγωγής κεφαλαίου δανείζονται για να εξάγουν και με τα πλεονάσματα που πετυχαίνουν λόγω της εξαγωγής επενδύσεων και προϊόντων στις άλλες χώρες της ευρωζώνης μπορούν και πληρώνουν τα χρέη τους. Ενώ οι οικονομίες καθαρής εισαγωγής κεφαλαίου φορτώνονται χρέη τόσο από το άνοιγμα των αγορών τους στα κεφάλαια που εισέρχονται, όσο για να καλύψουν τα ελλείμματα που δημιουργούνται. Γι’ αυτό και αυτές οι οικονομίες έπεσαν πρώτες στο φαύλο κύκλο της χρεοκοπίας. Με πρώτη την Ελλάδα μιας και το 98% των κεφαλαίων που εισέρεαν σε τέτοιο ποσοστό αφορούσαν την κερδοσκοπία με το δημόσιο χρέος της χώρας και την χρηματοπιστωτική αγορά.

Μπορεί λοιπόν κανείς να μας εξηγήσει πώς θα μπορέσει να ξεφύγει από αυτήν την κρίση υπερχρέωσης και χρεοκοπίας η Ελλάδα; Μπορεί να μας εξηγήσει κανείς πώς θα γλυτώσουν από αυτήν την κρίση οι υπόλοιπες χώρες της ευρωζώνης, ακόμη και οι πιο ανεπτυγμένες; Τέλος, μπορεί κάποιος από τους αντιμνημονιακούς να μας εξηγήσει πώς θα κατορθώσει να αναδιανείμει εισοδήματα και να χρηματοδοτήσει την οικονομία εντός του ευρώ και υπό καθεστώς ελευθερίας κίνησης κεφαλαίου; Πώς θα μπορέσει να το κάνει; Από πού θα βρει τα χρήματα και τα κεφάλαια όταν εντός του ευρώ αποτελούν μονοπωλιακό προνόμιο του ευρωσυστήματος; Γιατί δεν απαντούν συγκεκριμένα και συνεχίζουν να παραμυθιάζουν τον κόσμο; Αφελείς, αδαείς, ή κοινοί απατεώνες της πολιτικής όπως τόσοι και τόσοι άλλοι; Πολύ φοβάμαι ότι ισχύουν όλα αυτά μαζί. Το θέμα είναι ότι αν πέσουμε στην παγίδα τους, είτε λόγω άγνοιας, είτε λόγω αυταπάτης, θα το πληρώσουμε όλοι μας πολύ ακριβά. Κι εμείς και η χώρα στο σύνολό της.