Το Βρομόλογο της Ευρώπης

Οι ηγέτες του G20 και κυρίως οι ΗΠΑ πιέζουν φορτικά τους ηγέτες της Ευρώπης και κυρίως την Μέρκελ να ενωθούν για να ξεπεράσουν την κρίση του χρέους της, υιοθετώντας έναν οδικό χάρτη για τη στενότερη ολοκλήρωση να μειώσουν το κόστος δανεισμού και να αποτραπεί η περαιτέρω ζημιά στην παγκόσμια οικονομία.Με την Ισπανία να ετοιμάζει την επίσημη αίτηση μέσα σε λίγες μέρες για την παροχή έως και 100 δισ. ευρώ για τις υπό χρεοκοπία τράπεζές της, με κόστος δανεισμού να χτυπά νέα ιστορικά ρεκόρ τόσο για την Ισπανία, όσο και για την Ιταλία, στη σύνοδο κορυφής των G20 στο Μεξικό οι ηγέτες δεσμεύτηκαν να λάβουν «όλα τα αναγκαία μέτρα πολιτικής» για την υπεράσπιση της νομισματικής ένωσης και του κοινού νομίσματος.

Οι ΗΠΑ δεσμεύονται να μειώσουν τις δαπάνες, αποφεύγοντας παράλληλα μια «απότομη δημοσιονομική συστολή» το 2013. «Έχουμε ένα βαθύ ενδιαφέρον για να δούμε την Ευρώπη να ευημερεί,» δήλωσε ο πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα σε δημοσιογράφους σήμερα στο μεξικανικό θέρετρο στην παραλία του Los Cabos στο κλείσιμο της συνόδου κορυφής. «Οι φίλοι μας στην Ευρώπη να κατανοήσουν σαφώς τη σοβαρότητα της κατάστασης και να προχωρήσουν με αυξημένη αίσθηση του επείγοντος».Τι σημαίνουν όλες αυτές οι δηλώσεις για την κατάσταση της ευρωζώνης και της παγκόσμιας οικονομίας; Απολύτως τίποτε. Οι ηγέτες των G20 αποφάσισαν να συνεχίσουν πιο ενεργητικά στον ίδιο κατήφορο που έχει φουντώσει την κρίση και κινδυνεύει για μια ακόμη φορά να ρίξει στα βράχια ενός κραχ τις χώρες της ευρωζώνης, αλλά και την παγκόσμια οικονομία. Η λογική είναι απλή. Θα κάνουμε ότι θέλουν οι αγορές και οι τραπεζίτες, έστω κι αν χρειαστεί να πεθάνουν λαοί και χώρες. Άλλωστε αυτοί που είναι πρώτοι υποψήφιοι για εξολόθρευση είναι οι χώρες και οι λαοί που βρίσκονται εκτός G20. Αυτός είναι ο βασικός λόγος δημιουργίας αυτής της ομάδας. Για να εξασφαλίσουν την οικονομική και υποδομή μιας παγκόσμιας διακυβέρνησης ερήμην των λαών. Οι εκτός τειχών είναι απλά υποψήφια θύματα.

Μέσα στους G20 οι αντιθέσεις ανάμεσα στις ΗΠΑ και την Γερμανία έχουν φτάσει σε σημείο βρασμού. Οι ΗΠΑ μαζί με την Γαλλία και φυσικά τη Βρετανία πιέζουν αφόρητα την Γερμανία όχι μόνο να αποδεχτεί την ενιαιοποίηση του τραπεζικού συστήματος της ευρωζώνης (κάτι που αποδέχτηκε) υπό την Κομισιόν και την ΕΚΤ, αλλά και την υιοθέτηση νέων ενιαίων χρηματοδοτικών λύσεων, όπως είναι το ευρωομόλογο, που πολύ σωστά ορισμένοι έχουν ονομάσει βρομόλογο.
Ο ενιαίος τραπεζικός τομέας στην ευρωζώνη θα σημάνει την απόσπαση των ιδιωτικών τραπεζών, αλλά και των κεντρικών τραπεζών, από κάθε εθνική εποπτεία και έλεγχο. Τα κράτη και οι λαοί θα καλούνται απλά να πληρώσουν τον λογαριασμό των διασώσεων των τραπεζών που θα αποφασίζουν αυτόματα και ανεξάρτητα από τις κυβερνήσεις και τα εθνικά κοινοβούλια, τα όργανα της ευρωζώνης. Επιπλέον, η διασύνδεση των τραπεζών θα γίνει τέτοια που οι τιτλοποιήσεις και άλλες τέτοιες κερδοσκοπικές πρακτικές δεν θα υπόκεινται πλέον σε κανενός είδους περιορισμό από τις εθνικές αρχές και νομοθεσίες. Με τον τρόπο αυτό η ευρωζώνη από οικονομική και νομισματική ένωση, μετατρέπεται σε τραπεζική ένωση με ότι κάτι τέτοιο συνεπάγεται.
Επίσης, οι ΗΠΑ πιέζουν να υπάρξει πολύ γρήγορα στην ευρωζώνη μια υπερεθνική διακυβέρνηση με ανάλογες αρμοδιότητες και χωρίς τους περιορισμούς των εθνικών κοινοβουλίων. Αυτή η κυβέρνηση θα είναι υπεύθυνη για την άσκηση της δημοσιονομικής και οικονομικής πολιτικής σε ολόκληρη την ευρωζώνη με τις κυβερνήσεις των κρατών-μελών σε ρόλο τοπάρχη, σε ρόλο τοπικού εκτελεστικού βραχίονα της κεντρικής υπερεθνικής εξουσίας.
Πρώτο αποφασιστικό βήμα για την δημιουργία αυτής της κυβέρνησης είναι η υιοθέτηση του ευρωομολόγου. Το ευρωομόλογο, για το οποίο πιέζουν και οι αγορές, αποτελεί μια πρόταση του Τζορτζ Σόρος και άλλων κερδοσκόπων ήδη από το 2007. Κι όντως αποτελεί την πιο τρελή φαντασίωση όσων σπεκουλάρουν με κρατικά ομόλογα. Πρόκειται για την υιοθέτηση ενιαίου συστήματος κρατικού δανεισμού από τα υπερκρατικά όργανα της ευρωζώνης με εγγύηση των ισχυρών οικονομιών της. Αυτός είναι κι ο λόγος που αρνείται μέχρι στιγμής μια τέτοια εξέλιξη η Γερμανία. Η Γερμανική κυβέρνηση γνωρίζει πολύ καλά ότι το ευρωομόλογο θα σημάνει εκτίναξη του κόστους δανεισμού για την ίδια και σοβαρά δημοσιονομικά προβλήματα.
Ωστόσο, ο δρόμος για το ευρωομόλογο έχει ήδη ανοίξει. Όχι γιατί έχει όλα αυτά τα πλεονεκτήματα που λένε οι οπαδοί του, αλλά γιατί υπό τα υπάρχοντα πλαίσια της ευρωζώνης δεν υπάρχει άλλη λύση. Είναι σχεδόν σίγουρο ότι η έκδοση ευρωομολόγων θα πυροδοτήσει υποβαθμίσεις τραπεζών, κρατών και οργανισμών στην ευρωζώνη με τα επιτόκια να παίρνουν την ανιούσα. Όμως τι άλλο μπορούν να κάνουν οι αρχές της ευρωζώνης προκειμένου να αντιμετωπίσουν τις καλπάζουσες δανειακές ανάγκες κρατών και τραπεζών με την ευρωζώνη απείραχτη; Ιδίως τώρα που βρίσκονται στο παρά πέντε η Ισπανία και η Ιταλία.
Είναι σίγουρο ότι προκειμένου να διασωθεί το κοινό νόμισμα και η ευρωζώνη, αργά ή γρήγορα, θα γίνει αναγκαίο το ευρωομόλογο. Εκτός κι αν η Γερμανία αποφασίσει να ακολουθήσει κάποιο plan B, που δεν περιλαμβάνει την ευρωζώνη. Τουλάχιστον με την υπάρχουσα μορφή της.
Αν υιοθετηθεί το ευρωομόλογο τι θα συμβεί; Θα αποσοβηθεί η κρίση δανεισμού και χρέους της ευρωζώνης; Κάθε άλλο. Θα υπάρξει μια μικρή ύφεση στο κόστος δανεισμού, αλλά τα χρέη θα συνεχίσουν να καλπάζουν. Οι δημοσιονομικές πολιτικές θα γίνουν ακόμη πιο ασφυκτικές και περιοριστικές με αποτέλεσμα να επιδεινωθούν οι διαδικασίες ύφεσης μέσα στην ευρωζώνη. Το ευρωομόλογο απλά είναι μια ακόμη απελπισμένη ανάσα για μια ευρωζώνη που πνίγεται από τα ίδια της τα χρέη και την αδυναμία του κοινού νομίσματος να επιβιώσει.
Οι «λύσεις» αυτές έχουν ξαναδοκιμαστεί με καταστροφικά αποτελέσματα. Μετά τον 1ο Παγκόσμιο Πόλεμο η κρίση χρέους που είχε πυροδοτήσει για νικητές και ηττημένους ήτα
ν τέτοια που οδήγησε τις περισσότερες χώρες σε μια χρόνια ύφεση. Το 1919 ιδρύεται η Κοινωνία των Εθνών (ΚΤΕ). Το 1920 στις Βρυξέλλες συνέρχεται η πρώτη οικονομική συνδιάσκεψη της ΚΤΕ με συμμετοχή 39 κρατών. Στη συνδιάσκεψη αυτή διαπιστώνεται ότι λόγω της κατάστασης υπερχρέωσης, οι περισσότερες χώρες δυσκολεύονται να έχουν πρόσβαση σε πιστώσεις. «Η Επιτροπή εκτιμά ότι ένα από τα μεγαλύτερα εμπόδια για τη χορήγηση των πιστώσεων είναι η απουσία στις δανειζόμενες χώρες επαρκών εγγυήσεων για την τελική αποπληρωμή. Η Επιτροπή ως εκ τούτου μελέτησε με προσοχή, υπό το φως των γενικών εκτιμήσεων που απαριθμούνται παραπάνω, όλες τις προτάσεις που παρουσιάστηκαν με σκοπό τη δημιουργία εγγυήσεων που θα παράσχουν ικανοποιητική ασφάλεια για τους εξαγωγείς.»[1]
Τι έκανε η συγκεκριμένη Επιτροπή για να ξεπεράσει το πρόβλημα των επαρκών εγγυήσεων; Εισηγήθηκε έναν Οργανισμό που υπό την αιγίδα και την εγγύηση της ΚΤΕ θα εξέδιδε ομόλογα δανεισμού για την διευκόλυνση των κρατών που αντιμετώπιζαν δανειακό αδιέξοδο. Επιπλέον «μια επιτροπή χρηματιστών και των επιχειρηματιών θα πρέπει να οριστεί αμέσως από το Συμβούλιο της Κοινωνίας των Εθνών για τον καθορισμό των αναγκαίων μέτρων ώστε να δοθεί πρακτικό αποτέλεσμα στην παρούσα πρόταση.»[2]
Μ’ αυτόν τον τρόπο δημιουργήθηκε η δημοσιονομική επιτροπή της ΚΤΕ με σκοπό να εξασφαλίσει την επιβολή της πολιτικής που θα εξασφάλιζε την αποπληρωμή των δανείων. Ο δανεισμός με κοινά ομόλογα της ΚΤΕ έγινε το 1923 με την Αυστρία και το εγγυήθηκε η Βρετανία, η Γαλλία, η Τσεχοσλοβακία, η Ιταλία, το Βέλγιο, η Σουηδία, η Δανία και η Ολλανδία. Ένα ακόμη τέτοιο δάνειο πήρε η Ουγγαρία το 1924. Ένα τέτοιο δάνειο εκδόθηκε για την Εσθονία το 1927. Δύο τέτοια δάνεια για την Πόλη του Ντάντσιχ, έκδοσης 1925 και 1927. Δύο δάνεια για την Βουλγαρία, έκδοσης 1926 και 1928. Δύο δάνεια εκδόθηκαν και για την Ελλάδα το 1924 και το 1928. Τα δάνεια αυτά εμφανίστηκαν ως ευνοϊκά, διότι ήταν χαμηλού επιτοκίου σε σύγκριση με την ελεύθερη δανειακή αγορά.
Σ’ όλες αυτές τις περιπτώσεις επιβλήθηκε η ίδια δημοσιονομική και οικονομική συνταγή από την δημοσιονομική επιτροπή της ΚΤΕ. Δραστικές μειώσεις μισθών, μαζικές απολύσεις από το δημόσιο, περικοπές σε κοινωνικές δαπάνες μέχρις θανάτου, κοκ. Η δε Ελλάδα βρέθηκε υπό διπλή κηδεμονία: τον Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο, που είχε επιβληθεί από μεγάλες δυνάμεις και δανειστές ήδη από το 1898 και την δημοσιονομική επιτροπή της ΚΤΕ.
Τι απέγινε; Αποσοβήθηκε η κρίση δανεισμού και χρέους; Κάθε άλλο. Πρόσθεσε τόσο χρηματιστικό εκρηκτικό υλικό που έκανε το κραχ του 1929-33 όχι μόνο αναπόφευκτο, αλλά απόλυτα καταστροφικό. Τόσο καταστροφικό που μόνη διέξοδος για τις μεγάλες δυνάμεις ήταν ο νέος παγκόσμιος πόλεμος.
Τα δάνεια με κοινά ομόλογα της ΚΤΕ δεν πληρώθηκαν ποτέ. Κι αυτό γιατί οι οφειλέτες για τους οποίους είχαν εκδοθεί χρεοκόπησαν επίσημα το 1932. Οι μόνοι οφειλέτες που δέχτηκαν ως ένα βαθμό να εκπληρώσουν μετά την επίσημη χρεοκοπία τους τα δάνεια αυτά ήταν η Ουγγαρία, η Βουλγαρία και φυσικά η Ελλάδα. Το γεγονός αυτό δεν είναι καθόλου άσχετο με τα ναζιστικά και φασιστικά καθεστώτα που επιβλήθηκαν σ’ αυτές τις χώρες. Κι ενώ η Ουγγαρία με τη Βουλγαρία μετά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο αρνήθηκαν να αναγνωρίσουν τις δανειακές τους υποχρεώσεις, η Ελλάδα τις αναγνώρισε για μια ακόμη φορά, έστω κι αν ΚΤΕ δεν υπήρχε πλέον.
Την ίδια πεπατημένη ακολουθεί για μια ακόμη φορά το παγκόσμιο σύστημα. Τα ίδια καταστροφικά εργαλεία επιλέγει. Μόνο που αυτή την φορά έχει αφαιρέσει τους βαθμούς ελευθερίας που υπήρχαν στον μεσοπόλεμο για την διαχείριση των εθνικών οικονομιών. Οι ενιαίες παγκόσμιες αγορές κεφαλαίου, οι νομισματικές ενώσεις και κυρίως η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση προσθέτει τρομακτικό εκρηκτικό υλικό στην κατάσταση και στενεύει σε βαθμό τραγικό τα όποια περιθώρια διαχείρισης έστω της κρίσης από τα υπερεθνικά επιτελεία.

[1] League of Nations, vol. III (1920), σ. 242.
[2] Στο ίδιο, σ. 243.

Το κυβερνητικό αδιέξοδο της 18ης Ιουνίου

Μπορεί να κυβερνηθεί η χώρα στην κατάσταση που βρίσκεται σήμερα; Όποιος βιάζεται να απαντήσει «ναι», τότε δεν ξέρει τα δεδομένα του προβλήματος. Η ύφεση της ελληνικής οικονομίας έχει μεταβληθεί σε γενικευμένη κατάρρευση. Η οικονομία στερεύει κυριολεκτικά από χρήμα. Δεν υπάρχει χρήμα για να κινηθεί η αγορά. Η δημόσια διοίκηση και το κράτος καταρρέει και το δημόσιο ταμείο που έτσι ή αλλιώς έχει περάσει σε ξένα χέρια (τρόικα) είναι μείον καθότι οι δανειστές φροντίζουν να το αποστραγγίσουν ακόμη κι από τα τελευταία διαθέσιμά του. Η κοινωνία επίσης καταρρέει λόγω πρωτοφανούς μαζικής ανεργίας και εξαθλίωσης. Η ίδια η ταξική διαστρωμάτωση της κοινωνίας καταρρέει, μιας και ακόμη και τμήματα της αστικής τάξης – ιδίως αυτά που συνδέονται με την εσωτερική αγορά κινδυνεύουν να αφανιστούν. Η μεταφορά επιχειρηματικών δραστηριοτήτων εκτός συνόρων έχει ενταθεί σε τέτοιο βαθμό, που η ελληνική οικονομία κινδυνεύει πια με ερήμωση. Μπορεί να σταματήσει αυτή η κατάρρευση από μια κυβέρνηση; Όχι, δεν μπορεί, όσο ακολουθεί την πεπατημένη. Όποια κι αν είναι αυτή η κυβέρνηση.

 

Το αδιέξοδο αυτό το αντιλαμβάνονται και οι περίφημες αγορές. Σύμφωνα με την Γνώμη του Bloomberg, (14/6/2012), που λειτουργεί ως κατεξοχήν φωνή των αγορών, «οι βουλευτικές εκλογές στην Ελλάδα, μια επανάληψη από την αμφίρροπη ψηφοφορία του περασμένου μήνα, έχει μετατραπεί σε αγώνα δύο αλόγων ανάμεσα στη συντηρητική Νέα Δημοκρατία και τον αριστερό ΣΥΡΙΖΑ. Η Νέα Δημοκρατία λέει στους Έλληνες ότι μπορούν να ψηφίσουν είτε για τους συντηρητικούς, ώστε να μείνουν στο ευρώ και να συνεχίσουν το πρόγραμμα λιτότητας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ή να ψηφίσουν για το ΣΥΡΙΖΑ, που σημαίνει πτώχευση, έξοδος από το ευρώ και να ακόμη μεγαλύτερη συμφορά. Αυτό είναι πιθανώς αλήθεια. Ωστόσο, η Νέα Δημοκρατία οδήγησε την Ελλάδα στο χάος που βρίσκεται, μέσα από ένα όργιο σπατάλης και κρατικά νομιμοποιημένη διαφθορά. Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι το κόμμα αυτό θα οδηγήσει την Ελλάδα μέσα από τις αλλαγές που χρειάζονται για να αρχίσει πάλι να αναπτύσσεται, αν μείνει μόνο. Ο φλογερός νεαρός ηγέτης του ΣΥΡΙΖΑ, Αλέξης Τσίπρας, λέει ότι η Ελλάδα μπορεί να ξεφορτωθεί το πρόγραμμα λιτότητας που επισυνάπτεται στην διάσωση της, και ότι η Ευρώπη θα συνεχίσει τον δανεισμό των χρημάτων υπέρ ενός πακέτου ανάπτυξης. Όπως έχουμε ξαναπεί, αυτό είναι μια φαντασίωση με δυνητικά κακές συνέπειες για τους Έλληνες, Ιταλούς, Ισπανούς και την παγκόσμια οικονομία στο σύνολό της. Η καλύτερη ελπίδα είναι ότι ο Τσίπρας δεν τα πιστεύει αυτά ο ίδιος και θα αποδειχθεί πραγματιστής όταν ανέβει στην εξουσία. Το αποτέλεσμα είναι ότι η επόμενη ελληνική κυβέρνηση θα πρέπει να οδηγηθεί είτε από ριζοσπάστες που δεν έχουν καμία εμπειρία στην κυβέρνηση, ή από ένα κόμμα που έχει αποδειχθεί ανίκανο να μεταρρυθμίσει το δυσλειτουργικό κράτος στην Ελλάδα. Όποια πλευρά κι αν κερδίσει – η Νέα Δημοκρατία θα είναι η λιγότερο καταστροφική, καθώς έχει δεσμευθεί, τουλάχιστον από θέση αρχής στους όρους διάσωσης – η λεγόμενη τρόικα που εκπροσωπεί τους πιστωτές της Ελλάδας θα πρέπει να οδηγήσει τα πράγματα εμπρός με την λιγότερη αναστάτωση.»
Ο προβληματισμός των αρπακτικών της αγοράς είναι βάσιμος. Δεν είναι μόνο η κατάσταση τραγική για την Ελλάδα, αλλά υπάρχει και κάτι άλλο πολύ πιο σοβαρό. Δεν υπάρχει τίποτε που να μπορέσει να συγκρατήσει τον κόσμο, ακόμη κι αν από τις εκλογές προκύψει κυβέρνηση ΝΔ και συμμάχων. Το κυρίαρχο σύστημα οικονομίας και πολιτικής βρίσκεται σε μια πρωτοφανή κρίση κοινωνικής νομιμοποίησης. Η ιστορία έχει αποδείξει ότι κανένα σύστημα δεν μπορεί να σταθεί αν δεν προσφέρει τίποτε στο μεγαλύτερο κομμάτι της κοινωνίας. Ένας επιφανής Γερμανός συνταγματολόγος του 20ου αιώνα, ο Γκέοργκ Τζέλινεκ υπογράμμιζε: «Όπως κι αν έχουν προκύψει οι πολιτείες, προκειμένου να εξακολουθήσουν να υπάρχουν πρέπει να είναι σε θέση να δικαιολογηθούν στην συνείδηση κάθε ξεχωριστής γενιάς.»[1]
Στην Ελλάδα η σημερινή πολιτεία όχι μόνο έχει πάψει να δικαιολογείται στη συνείδηση του λαού, αλλά δεν μπορεί να του προσφέρει ούτε το ελάχιστο. Αυτός είναι ο λόγος που η κυρίαρχη τάξη επένδυσε σε μια πρωτοφανή εκστρατεία εκφοβισμού του εκλογικού σώματος με όλα τα χαρακτηριστικά ενός ανοιχτού ψυχολογικού πολέμου. Όμως καμιά κοινωνία δεν μπορεί να συγκρατηθεί, αν δεν βλέπει κανένα όφελος από την υπάρχουσα κατάσταση. Γι’ αυτό και η συνέχιση της ίδιας πορείας θα αναγκάσει μάλλον γρήγορα την όποια κυβέρνηση προέλθει από το εκλογικό αποτέλεσμα της 17ης Ιουνίου, να προχωρήσει σε μέτρα μαζικής καταστολής και καταπίεσης. Άλλος τρόπος παραμονής στο ευρώ υπό τις σημερινές συνθήκες δεν υπάρχει. Αυτός είναι επίσης ο λόγος της μετάλλαξης της ΝΔ από ένα κόμμα παραδοσιακά κεντροδεξιό, σε κόμμα ανοιχτά ακροδεξιό ικανό για τα χειρότερα. Πολιτικό της πρόγραμμα είναι ο ανοιχτός έμφυλιος μέσα στην κοινωνία, που με την βοήθεια των ταγμάτων εφόδου της Χρυσής Αυγής, που απολαμβάνει σε σκανδαλιστικό βαθμό την προστασία του κράτους και της δικαιοσύνης, δεν θα είναι σαν αυτόν που γνωρίσαμε, αλλά ένας κοινωνικός εμφύλιος όπου όλοι θα είναι εναντίον όλων. Μόνο έτσι μπορεί να ολοκληρωθεί το πρόγραμμα προσαρμογής που υποστηρίζουν οι αγορές.
Επομένως, η ανάδειξη μιας κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να ταυτίζεται, ή να θεωρείται το ίδιο με τις κυβερνήσεις του δικομματισμού. Πρόκειται για μια διακυβέρνηση που επιβλήθηκε από την αδυναμία του κυρίαρχου πολιτικού συστήματος να παράγει λύση ανοιχτά προς όφελος των δανειστών της χώρας και της ντόπιας ολιγαρχίας. Ταυτόχρονα, η άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ συμπυκνώνει την ελπίδα ενός μεγάλου κομματιού του λαού. Κι αυτό μόνο αναχωρητές της πολιτικής μπορούν να παραβλέπουν. Το τι θα γίνει δεν εξαρτάται από την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά από την κατάσταση και την δυναμική του ίδιου του λαού. Βρισκόμαστε σε μια κατάσταση όπου ακόμη κι αν το ήθελε η άρχουσα τάξη δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει το καρότο για να αποκοιμίσει, ή να καθησυχάσει μεγάλα στρώματα του λαού. Δεν υπάρχουν τέτοια περιθώρια.
Από την άλλη, ο ΣΥΡΙΖΑ θα κληθεί να δημιουργήσει είτε μια κυβέρνηση συνεργασίας με δυνάμεις που είναι αδύνατον να συμβιώσει, όπως με Ανεξάρτητους Έλληνες, οι οποίοι ήδη έχουν αρχίσει να παίζουν με τις εξελίξεις εντός της ΝΔ, και με ΔΗΜΑΡ, η οποία έχει εξελιχθεί σε οπισθοφυλακή της τρόικας, είτε μια «κυβέρνηση της αριστεράς», όπως την θέλει η ηγεσία του. Καμιά από τις δυο δεν θα μπορέσει να σταθεί για πολύ. Από την πρώτη κιόλας ημέρα μιας τέτοιας διακυβέρνησης θα τίθενται πιεστικά και αμείλικτα τα ζωτικά διλλήματα της περιόδου. Κάθε βήμα, κάθε μέτρο υπέρ της πιο στοιχειώδους και προσωρινής ανακούφισης των εργαζομένων και του λαού, θα φέρνει την κυβέρνηση αντιμέτωποι με τους δανειστές, την τρόικα και την ΕΕ.
Κι όχι μόνο αυτό. Η κατάρρευση της ελληνικής οικονομίας και της κοινωνίας δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί παρά με έκτακτα και ριζοσπαστικά μέτρα που δεν μπορούν να περιμένουν. Η κατάσταση αυτή και οι πανταχόθεν πιέσεις θα δημιουργήσουν τριγμούς και βαθιές ρωγμές μέσα στην κυβέρνηση, στον ίδιο τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και στην εκλογική του βάση από την πρώτη κιόλας στιγμή. Τα προβλήματα είναι τόσο οξυμμένα και πιεστικά που δεν θα επιτρέψουν κανενός είδους ανοχή εκ μέρους της κοινωνίας. Η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ και ο κόσμος του σε κάθε βήμα τους θα καλούνται άμεσα και πρακτικά να απαντήσουν: Τι θα κάνουν με το χρέος; Τι θα κάνουν με το ευρώ; Τι θα κάνουν με την εθνική κυριαρχία και ανεξαρτησία της χώρας; Τι σημαίνει γι’ αυτούς δημοκρατία;
Είναι τα ίδια ερωτήματα που στοιχειώνουν την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ σε ολόκληρη την προεκλογική περίοδο. Όμως, όταν είσαι κυβέρνηση δεν μπορείς να απαντάς ούτε με ήξεις, αφίξεις – όπως στην προεκλογική περίοδο – ούτε να κάνεις το κοροΐδο. Και σ’ αυτά ακριβώς τα κομβικά ζητήματα είναι που θα κριθούν τα πάντα. Αν γιγαντωθεί ένα παλλαϊκό κίνημα που θα επικεντρώσει όχι σε μούφες «ταξικές» αναλύσεις εγχειριδίου για πνευματικά ασθενείς, ούτε σε καρικατούρες «αριστερών» αιτημάτων, αλλά στην άρνηση του χρέους, την έξοδο από το ευρώ, την δημοκρατία και την εθνική ανεξαρτησία, τότε θα υπάρξει διέξοδος υπέρ του λαού.
Αυτό που προσφέρει αυτή η εκλογική αναμέτρηση είναι το γεγονός ότι θα εξαναγκάσει άπαντες να διαλέξουν στρατόπεδο, η ίδια η κοινωνία και η πολιτική διχάζονται και πολώνονται σε τέτοιο βαθμό που οι διαφορές του λαού και των εργαζομένων με το κυρίαρχο σύστημα μπορούν να λυθούν μόνο με όρους εξέγερσης, με όρους κοινωνικής επανάστασης. Άλλη διέξοδος μπροστά στην εργαζόμενη κοινωνία δεν υπάρχει, παρά μόνο η ολοκληρωτική καταστροφή. Επομένως η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στις πολιτικές δυνάμεις δεν βρίσκεται στο ποιος συναινεί ή όχι στα λόγια, αλλά ποιος προετοιμάζει, διευκολύνει και οργανώνει την επαναστατική πάλη του λαού και της εργατικής τάξης σήμερα, εδώ και τώρα. Όχι διακηρύσσοντας την έφοδο προς τον ουρανό, την διεκδίκηση της χίμαιρας, αλλά προτάσσοντας πολιτικά αιτήματα άμεσα υλοποιήσιμα που μπορούν να συσπειρώσουν ένα σύγχρονο παλλαϊκό κίνημα ανατροπής του καθεστώτος ελεγχόμενης χρεοκοπίας. Και παλλαϊκό κίνημα, για να θυμίσουμε τον Λένιν σ’ όλους εκείνους που αναλώνονται στο να τον παπαγαλίζουν, «δεν πρέπει να εννοούμε καθόλου ένα κίνημα που (…) θα είναι αλληλέγγυα μ’ αυτό ολόκληρη η αστική τάξη ή έστω και η φιλελεύθερη αστική τάξη. Έτσι βλέπουν το ζήτημα μόνο οι οπορτουνιστές. Όχι. Παλλαϊκό είναι το κίνημα που εκφράζει τις αντικειμενικές ανάγκες όλης της χώρας και κατευθύνει όλα τα σκληρά χτυπήματά του ενάντια στις κεντρικές δυνάμεις του εχθρού, ο οποίος εμποδίζει την ανάπτυξη της χώρας. Παλλαϊκό, είναι το κίνημα που το υποστηρίζει η συμπάθεια της τεράστιας πλειοψηφίας του πληθυσμού.»[2]
Και σ’ αυτό το παλλαϊκό κίνημα, το θέλει, δεν το θέλει η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, συμβάλει καθοριστικά η ήττα του πάλαι ποτέ δικομματισμού και των μνημονιακών πολιτικών. Ότι παραμύθια κι αν έχει πλάσει για τον εαυτό της και τον κόσμο της η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ. Με την βασική προϋπόθεση ότι θα βρεθούν εκείνες οι δυνάμεις που από την επομένη θα οργανώσουν την λαϊκή αντίσταση στην βάση αυτών των κεντρικών αιτημάτων που καθορίζουν τον επαναστατικό χαρακτήρα της συγκυρίας. Και το ΕΠΑΜ έχει ήδη πρωτοπορήσει σ’ αυτό. Ελπίζουμε κι άλλες δυνάμεις να αντιληφθούν την ιδιαίτερα κρίσιμη συγκυρία, να απαλλαγούν από την γοητεία του σεχταρισμού και του ιδεολογικού δογματισμού και να συμβάλουν στην ίδια κατεύθυνση. Όπως και έχει το ΕΠΑΜ είναι έτοιμο να τα βγάλει πέρα ακόμη και μόνο του. Αποτελεί μια μοναδική ευκαιρία για τον λαό να διεκδικήσει και να πάρει την εξουσία, όχι στα λόγια, αλλά στην πράξη.
Ο Μαρξ στα 1852 με αφορμή την επανάσταση στην Ισπανία έγραφε: «Αυτός είναι ο cercle vicieux (φαύλος κύκλος) μέσα στον οποίο θνησιγενείς επαναστατικές κυβερνήσεις είναι καταδικασμένες να κινούνται. Αναγνωρίζουν τα χρέη που έχουν συνάψει οι αντεπαναστάτες προκάτοχοί τους ως εθνικές υποχρεώσεις. Προκειμένου να είναι σε θέση να τα πληρώσουν πρέπει να συνεχίσουν τους παλιούς φόρους και να συνάπτουν νέα χρέη. Προκειμένου να συνάψουν νέα δάνεια θα πρέπει να δώσουν εγγυήσεις για την «έννομη τάξη», δηλαδή να πάρουν οι ίδιες αντεπαναστατικά μέτρα. Μ’ αυτόν τον τρόπο η νέα λαϊκή κυβέρνηση μετατρέπεται αμέσως σε υπηρέτρια των μεγάλων κεφαλαιοκρατών και σε καταπιεστή του λαού. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο η Προσωρινή Κυβέρνηση της Γαλλίας το 1848 οδηγήθηκε στο διαβόητο μέτρο των 45 σεντίμ και στην κατάσχεση των κεφαλαίων από τις αποταμιευτικές τράπεζες προκειμένου να πληρώσει τους τόκους στους κεφαλαιοκράτες.»[3] Το μέτρο των 45 σεντίμ ήταν μια από τις τέσσερις έκτακτες φορολογίες της επαναστατικής δημοκρατικής Προσωρινής Κυβέρνησης του Παρισιού μετά την εξέγερση του 1848, που επέβαλλε στους μεγάλους γαιοκτήμονες. Τα μέτρα αυτά μαζί με τον κεφαλικό φόρο στις τράπεζες, γιορτάστηκαν από τους επαναστάτες δημοκράτες της εποχής με αντικαπιταλιστικές και αντιφεουδαρχικές ιαχές, έστω κι αν τα έσοδα από αυτά προορίζονταν για την πληρωμή των κρατικών τοκογλύφων. Μόνο που τα μέτρα αυτά φορτώθηκαν με μεγάλη ευκολία από τους γαιοκτήμονες στους αγρότες και από τους τραπεζίτες στους καταθέτες κι έτσι η Προσωρινή Κυβέρνηση έχασε την λαϊκή υποστήριξη που είχε.
Όσο λοιπόν η κυβέρνηση του αντιμνημόνιου σήμερα θα παλεύει με τον «φαύλο κύκλο» και θα εμφανίζεται όλο και πιο θνησιγενής, τόσο θα πρέπει να εντείνεται ο αγώνας για την οργάνωση του κόσμου στην γειτονιά και την δουλειά με σκοπό να αποκτήσει την αναγκαία δυναμική που θα του επιτρέψει να διεκδικήσει και να κερδίσει την εξουσία. Όπως και να έχει η κρίσιμη αναμέτρηση στην κοινωνία και την πολιτική δεν θα αργήσει.

 


[1] Georg Jellinek, Allgemeine Staatslehre, Berlin, 1920, σ. 184.
[2] Β. Ι. Λένιν, Άπαντα, τ. 22, σ. 294-95.

[3] Καρλ Μαρξ, «Η Αντίδραση στην Ισπανία», K. Marx & F. Engels, Collected Works, vol. 13, σ. 450.

Φιλελληνισμός τότε και τώρα

Όταν ξεκινήσαμε να συζητάμε για μιαν ημερίδα σχετικά με τα κινήματα Φιλελληνισμού που αναπτύσσονται στην Ευρώπη, ελάχιστοι γνωρίζαμε οτιδήποτε πέρα από κάποιες γενικές πληροφορίες για το κίνημα «Είμαστε όλοι Έλληνες».

Την Κυριακή στο λαογραφικό, ακούσαμε από το Θάνο Βερέμη ότι εκτός από τον αγνό ιδεαλισμό, πολύ συχνότερα ήταν τα προσωπικά ή εθνικά κίνητρα στο Φιλελληνισμό της επαναστατικής περιόδου. Αντίστοιχη πολυμορφία κινήτρων έχουν και τα σημερινά κινήματα Φιλελληνισμού κατά τον Θάνο Κονταργύρη. Αισιοδοξία μας έδωσε η ομιλία του Πέντρο Ολάγια, που, όπως παρατήρησε ο Δημήτρης Ποταμιάνος, συντονιστής της εκδήλωσης, τόνισε την ηθική σαν κινητήρια δύναμη της ιστορίας.

Πηγή και συνέχεια του άρθρου: Σύλλογος Ενεργών Πολιτών Αίγινας

Philhellenism and Reality – Pedro Olalla

 

Photograph: Dimitris Vlaikos

PEDRO OLALLA – Philhellenism and Reality

The world of the Spanish writer, Hellenist, translator, photographer and film-maker Pedro Olalla, is a world of stark, epic contrasts. Today’s conjuncture appears as a threat of total loss: of civilization, of democracy, of ethics, of the mind. And Olalla goes against it, with impassioned language, written and spoken, and Hellenism as his focus. One of the high points of this resistance was in October 2011, when he placed on the Internet a 15-minute video entitled Palabras desde Atenas – Words from Athens, (press cc for English subtitles), in which he spoke of the problem of the “crisis” in Greece, seen from an international viewpoint. The scenario he describes appears nightmarish: that, in historical terms, those who control economic power in the world have appropriated ever more sectors of the political power through the creation and exploitation of “debt”; that they are doing this with the connivance of our governments and the absence of an organized response on the part of citizens; that what is presented as a “crisis” is in fact an organized economic attack, and what is presented as “debt” is the meticulously planned product of subjugation, a sequel to colonialism and perpetuating the same violence. The list of consequences is long: tax increases, salary cuts, sackings, ransacking of the health system and social gains, “third-world-ization” of the labour market, privatization of public services, with exploitation of national resources passing into the hands of foreign investors. In the past all this may perhaps have sounded like windy rhetoric. Now we see it becoming a tangible reality all around us, and for many it is already a living nightmare. Last Sunday (20th May) Pedro Olalla was in Aegina as a speaker at the function on Philhellenism at the Museum of Folk Art that had been organized by the Active Citizens’ Association, and we had the opportunity for a person-to-person talk with him, covering the whole agenda. In perfect Greek, of course.

How did you develop your obvious love for our country?

My province is the human sciences, so for me Greece was always on the horizon: as food for thought and as a reference point. I started coming and going in 1984, and this was when the “recognition” came, in the ancient sense: encountering on the spot the elements I had detected within myself, seeking them out and revaluing them in contact with the Greece of the real world. It was a fascinating process, to which I kept returning again and again. In 1994 when I left Spain in search of new experiences and stimuli I travelled around Greece with the intention of staying one or two years and finally I decided to enter into a give-and-take relationship that has proved very creative and keeps me here to this day.

When did the euphoria of recognition give way to anxiety for the future, not only of Greece but of the planet?

The point of departure was the decision by the immediate entourage of George Papandreou to put us into the INF. We had seen again and again what that means, in different parts of the world. That was when I began to monitor the fortunes of Greece, with some anxiety, but with just as much anxiety for Spain, where there are even more objective criteria for it to be subjected to such a “plan for salvation”. Quite apart from the huge public and private debt, the sky-high levels of unemployment and the generalized corruption, the most conspicuous peculiarity of Spain is the gigantic construction-industry bubble: thanks to its collaboration with the political class, the building sector was for years acquiring excessively great weight in the economy and, now that the bubble has burst, it has left behind it a distinctive “brick crisis”, which translates among other things into thousands of instances of fixed property falling into the hands of the banks and an insane wave of evictions: by 2015 it is estimated that there will have been 500,000 evictions, meaning 500,000 families on the street. The second is the unique administrative structure: the system of self-managing regions has brought into existence a huge state and a huge political class: seventeen parliaments apart from the central parliament, and a legion of tax offices. And the third is that at this moment we have in government a party that is aligned with the world-views of the neo-liberal hard core in Europe.

What is it that you fear most?

What frightens me most is the disorientation of my fellow-citizens. This is what I fear – the inertia of the many. In the recent history of the democratic polity, politics has been devalued: it has become a private affair, whereby some networks of self-interest condemn entire peoples to destitution, with the complicity of their governments, and for the purposes of profit-making. And really able people don’t get involved. This is a cancer in the body of democracy, for democracy is by definition a polity grounded in the virtue of citizens, and without that element it has no foundations. Democracy presupposes a “demos”, a people that is free and responsible, with a consciousness of its own self-respect and determined to exercise it. Where is that “demos” to be found today?

What Democracy are we talking about?

About the democracy we have to construct. Democracy isn’t an unquestioned reality. It is a desideratum, a work in progress. And in the times we are living in, all the world’s democracies remain very flawed.

What do you hope for?

I hope that before we reach the situation where the peoples are so naked, so destitute, that they no longer have the strength to resist, but will be ready to do anything for a mess of pottage….that people will get up out of their armchairs and resist this arbitrary power. The solution is to be found in the generalization of resistance and participation. The European citizen: Spanish, French, Italian, must stand by the side of the Hellene, because if he does not do so, he (she) will be the next victim. I also have hopes for the Internet. At the moment it has the capacity to function as the Agora of the Demos, to articulate a discourse and create linkage.

As far as political developments here are concerned, do you have anything to say?

I think that in the last two years for the Greek people there have been two stolen referenda: one of them that would have allowed people to decide whether or not they wished to surrender to a bailout scheme that would seriously mortgage their present and their future and oblige them to take out one of the biggest loans in human history (a decision taken by the Papandreou government without even securing the full consent of parliament) and the other to choose a new government – democratically – after the resignation of Papandreou, a right that was forfeited in favour of having an executive government designed to facilitate the tasks of the “rescuers”, headed by Loukas Papademos.

At this moment, the greatest defeat at the last elections was that those disagreeing with the logic of the Memoranda did not succeed in coming together in a united front based on a lowest common denominator and instead went to the elections divided. Pragmatically, and despite whatever differences I might have with them, I would today give my vote to SYRIZA, because it is the only grouping in the position to secure a large enough proportion of the vote to act and for a change of course. Already a great commotion has been caused in Europe by our election result, and a change of course is very important both for Greece and for Europe, which has not yet succeeded in constituting itself around a progressive vision, of democracy and solidarity. In my opinion if the Greeks of today succeed in overturning the scenarios of blackmail and robbery to which the people and the country are being subjected in these days, and passing that message on to Europe, this corner of the world undoubtedly make another great contribution to the progress of humanity.

P.S. (An answer from Pedro Olalla to the intervention made by citizen G. Tsatiris at the function in the Museum of Folk Art, with his assertion that today’s Philhellene movements, such as the movement We are All Greeks, are folkloric in content, lacking in courage, and comprised of lumpen elements.)

I would like to say that today the most securely entrenched lumpen are in the establishment. It is very negative to see these mobilizations as something marginal and insignificant, whatever imperfections they may have in their mode of functioning. The community must become more radical and progressive in its attitudes, and personally I maintain that the concept of present-day Hellenism may be hazy, but Philhellenism in the best sense has never been folkloric, or a kind of literary divertimento. It is an engaged stance that asserts the Human, in the name of Greece’s cultural heritage. Historically speaking, I think that without the Philhellenic stance, there would be no Hellenism, and without Hellenism, there would of course be no Hellas.

Victoria Trapali